Για το σοσιαλισμό και στον 21ο αιώνα!

For socialism in the 21st Century too!

Η ευρωπαϊκή πολιτική της Αριστεράς

Στην ελληνική κοινωνία υφίστανται τρεις αντιλήψεις σχετικά με τη φύση της Ε.Ε.: α) των ευρωπαϊστών, β) των ευρωσκεπτικιστών και γ) των αντιευρωπαϊστών. Οι όροι είναι εσφαλμένοι διότι ταυτίζουν την Ευρώπη (ως γεωγραφική και πολιτιστική ενότητα) με την πολιτική – κρατική οντότητα της Ε.Ε. Την επικράτηση των όρων αυτών έχει επιτύχει η ηγέτιδα μερίδα των «ευρωπαϊστών», προκειμένου να κυριαρχήσει ιδεολογικά επί του θέματος της Ευρωπαϊκής υπόθεσης και να συκοφαντήσει όσους αντιτάσσονται στην κρατική οργάνωση της Ε.Ε. Γι’ αυτό στο άρθρο αυτό θα χρησιμοποιηθούν προχείρως[1] οι αντίστοιχοι όροι «Ενωσιακός», «Κριτικιστής» και «Αντιενωσιακός».
ΙΔΡΥΣΗ Ε.Ε.
Είναι κοινός τόπος ότι η Ε.Ε., άλλοτε ΕΟΚ, ιδρύθηκε ως μια οικονομική ένωση των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών καπιταλισμών με σκοπό την άρση των παραμέτρων που εμπόδιζαν την ανάπτυξή του. Γι’ αυτό και ιδρύθηκε ως οικονομική και όχι ως κρατική οντότητα. Επιβεβαιώνοντας την υλιστική θεώρηση περί αλληλεξάρτησης της υλικής βάσης με το θεσμικό εποικοδόμημα, η επιτυχία των ευρωπαϊκών καπιταλισμών στο οικονομικό πεδίο οδήγησε στην αναγκαιότητα ενιαίας πολιτικής οργάνωσης των ακμαζουσών ευρωπαϊκών αστικών τάξεων. Η οικονομική ανάπτυξη του ΕΟΚικού καπιταλισμού, είχε ως συνέπεια την μακροπρόθεσμη άνοδο του βιοτικού επιπέδου[2] των εργαζομένων, που οφείλεται αφενός στους αγώνες τους για καλύτερη ζωή υπό την απειλή της διάσπασης του κοινωνικού ιστού που η αστική τάξη έχει λόγο να διατηρήσει και αφετέρου στην καταλήστευση των πόρων του Τρίτου Κόσμου.[3] Εννοείται ότι η αύξηση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων δεν συντρέχει με την αύξηση του συνολικά παραγόμενου πλούτου, το άνοιγμα, δηλαδή, της ψαλίδας μεταξύ εργαζομένων και καπιταλιστών αυξάνει υπέρ των τελευταίων.[4]
Με την παραπάνω θεώρηση δεν παραβλέπονται τα εγγενή προβλήματα του ενωσιακού καπιταλισμού, όπως η αύξηση της ανεργίας, η προσπάθεια περιστολής των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, η στασιμότητα της εσωτερικής παραγωγής εξαιτίας των φτηνών τριτοκοσμικών ημερομισθίων και η τάση για υποβιβασμό του γενικού βιοτικού επιπέδου. Δεν παραβλέπεται, όμως, και η κατοχύρωση των αστικών πολιτικών και ατομικών ελευθεριών σε νομικό επίπεδο, η οποία εξασφαλίζει τη διαβίωση εντός (αστικού) κράτους δικαίου. Είναι αναγκαίο να ειπωθεί ότι ο ενωσιακός καπιταλισμός, ως προς τα αστικά πολιτικά δικαιώματα φαίνεται ως ο πιο προοδευτικός καπιταλισμός της υφηλίου.[5]
ΠΡΟΟΔΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Μοιραία, λοιπόν, τίθεται το ερώτημα τι είναι προοδευτικό και τι συντηρητικό εντός των πλαισίων του καπιταλισμού. Το ερώτημα έχει ήδη απαντηθεί από τη μαρξιστική θεώρηση,[6] επειδή όμως και αυτή πρέπει να αντιμετωπίζει εσαεί την κριτική και να επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα για να μπορέσει να υπάρξει ζωντανή, σφριγηλή και γόνιμη, πρέπει να εξεταστεί αν ισχύει και στη σημερινή ιμπεριαλιστική φάση ανάπτυξης του ενωσιακού καπιταλισμού. Είναι δυνατόν, λοιπόν, να διατυπωθούν οι εξής ορισμοί: α) Προοδευτικός είναι εκείνος ο καπιταλισμός που προάγει τα αστικά πολιτικά δικαιώματα και την τεχνολογική εξέλιξη προς ειρηνικές τεχνολογίες. β) Συντηρητικός είναι ο καπιταλισμός που είτε δεν προάγει είτε παρόλο που προάγει την τεχνολογική εξέλιξη περιορίζει τα αστικά πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα και κατευθύνεται προς την εξάντληση των φυσικών πόρων, έχοντας ως αιχμή ανάπτυξής του καταστροφικές για τον άνθρωπο τεχνολογίες, κυρίως την πολεμική βιομηχανία.
Ο καπιταλισμός, όμως, που προάγει την τεχνολογική εξέλιξη, ως πρωτοπόρος, είναι ταυτόχρονα και ιμπεριαλιστικός. Δεν είναι ορθό να αποξενώνεται η όποια θεωρητική διατύπωση από το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Ο πρωτοποριακός – ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός έχει όνομα: ΗΠΑ – Ε.Ε. – Ιαπωνία. Υφίσταται λοιπόν προοδευτικός ιμπεριαλισμός; Πώς μπορεί να είναι προοδευτικός ο ιμπεριαλισμός όταν από τη φύση του ξεκινάει πολέμους; Η έννοια του προοδευτικού, στην ιστορική της πορεία έχει ταυτιστεί με τους αγώνες των εργαζομένων για καλύτερη ζωή, για διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας και εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Ομοίως είναι πολύ ελαφρύ για τον ιμπεριαλισμό, που στρέφει την τεχνολογική του εξέλιξη στην ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας, να χαρακτηρίζεται ως συντηρητικός, είναι σα να παίρνει συγχωροχάρτι. Για το λόγο αυτό συστηματικά ορθότερο είναι να χρησιμοποιηθούν οι όροι «φιλελεύθερος»[7] και «αντιδραστικός» για να συγκριθούν μεταξύ τους οι πόλοι του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού και οι αντιθέσεις εντός των ιδίων των στρατοπέδων. Ο αντιδραστικός ιμπεριαλισμός προάγει τη στρατικοποίηση (μιλιταρισμός) και την ακύρωση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και των κατακτήσεων των εργαζομένων εντός του καπιταλισμού. Φιλελεύθερες και αντιδραστικές συμπεριφορές των ιμπεριαλιστικών κεφαλαίων υπάρχουν και στους παραπάνω τρεις πόλους του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, είναι όμως προφανές ότι ο αντιδραστικός ιμπεριαλισμός, ως συνισταμένη, ηγεμονεύει στις ΗΠΑ ενώ ο φιλελεύθερος, ως συνισταμένη, ηγεμονεύει σε Ε.Ε. και Ιαπωνία. Η ηγεμονία της αντιδραστικής μερίδας του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου στις ΗΠΑ και της φιλελεύθερης σε Ε.Ε. – Ιαπωνία είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης του καπιταλισμού μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή της στρατιωτικής κυριαρχίας των ΗΠΑ και της καταστροφής της Ευρώπης και Ιαπωνίας. Ο ευρωπαϊκός και ο ιαπωνικός καπιταλισμός δεν είχαν συμφέρον να αμφισβητήσουν το στρατιωτικό – βιομηχανικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ, που άλλωστε προστάτευε και αυτούς από το «φάντασμα του κομμουνισμού». Ανέπτυξαν πιο ήπιες μορφές της παραγωγής, όπως ηλεκτρονικά, αυτοκινητοβιομηχανία, χαλυβουργία.
Η εξάρτηση από το πετρέλαιο, το οποίο ελέγχουν οι ΗΠΑ, οδήγησε Ε.Ε. και Ιαπωνία στη διατύπωση της συμφωνίας του Κιότο για την προστασία του περιβάλλοντος, ώστε να περιοριστεί η ανταγωνιστική χρήση αυτού και της παράγωγης πετροχημικής βιομηχανίας και έρευνας. Για τον ίδιο λόγο τίθενται και τα δήθεν ηθικά ζητήματα στην επιστήμη της βιοτεχνολογίας, καθώς οι ΗΠΑ είναι πρωτοπόρες και σ’ αυτό τον τομέα. Παρόλο που η προστασία του περιβάλλοντος είναι ζωτικό ζήτημα για την επιβίωση του πλανήτη, αποτελεί αντικείμενο υποκρισίας Ε.Ε. – Ιαπωνίας. Με δυο λόγια, αν αύριο οι συναλλαγές του πετρελαίου γίνονται σε Ευρώ, η στάση της Ε.Ε. για το περιβάλλον θα μεταβληθεί άρδην. Αντίθετα προς την ενιαία ενωσιακή πολιτική που κατευθύνεται από τον άξονα Γαλλίας – Γερμανίας, η ιστορική μεταπολεμική εξέλιξη του βρετανικού ιμπεριαλισμού, που διατήρησε πάντοτε ακμάζουσα πολεμική βιομηχανία και έλεγχε το πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας, εξηγεί τη συμμαχία του με τις ΗΠΑ και το διασπαστικό ρόλο του μέσα στην Ε.Ε.[8]
Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ Ε.Ε.
Η διάκριση μεταξύ φιλελεύθερου και αντιδραστικού καπιταλισμού είναι ενστικτωδώς σαφής στην ελληνική κοινωνία, δηλαδή στα λαϊκά στρώματα που αποτελούν το 95% του πληθυσμού της. Η διάκριση αυτή εξηγεί και την αποτυπούμενη στις δημοσκοπήσεις ένδειξη περί αποδοχής της ΕΕ από τον ελληνικό πληθυσμό κατά ποσοστό 85%. Εξηγεί όμως και το εξής: Ότι στα λαϊκά στρώματα (μισθωτοί και φθίνοντες μικροαστοί) δεν προσφέρεται μια πειστική διέξοδος από τον καπιταλισμό, παρόλο που είναι δυσαρεστημένα από τη λειτουργία του, όπως φαίνεται και πάλι από τις δημοσκοπήσεις. Το ίδιο ποσοστό ενστικτωδώς θεωρεί ότι η Χώρα ωφελήθηκε από την ένταξη στην Ε.Ε. Η αντίληψη αυτή είναι αυθόρμητη διότι χωρίς ταξικά κριτήρια ο λαός θεωρεί την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού ως δική του ανάπτυξη. Εφόσον τα λαϊκά στρώματα έχουν αυτή την άποψη πρέπει να απαντηθούν τα ερωτήματα: α) αναπτύχθηκε ο ελληνικός καπιταλισμός από το 1981 (έτος ένταξης) και ένθεν; β) ωφελήθηκαν οι εργαζόμενοι και εν γένει τα λαϊκά στρώματα από την ανάπτυξη του καπιταλισμού μέσω της ανόδου του βιοτικού επιπέδου τους;
Ο ελληνικός καπιταλισμός έχει ανδρωθεί από τη συμμετοχή του στην Ε.Ε., η οποία έχει ως βασικό πολιτικό εργαλείο της τη σύμμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού σε όλη την επικράτειά της. Η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού επιτεύχθηκε μέσω των εκτεταμένων συστημάτων αναδιανομής πόρων (δηλαδή υπεραξίας) τα οποία ονομάστηκαν «Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης – Κ.Π.Σ.» υπέρ των πιο αδύναμων καπιταλισμών. Η αναδιανομή αυτή αναδιάρθρωσε τον ελληνικό καπιταλισμό και περιόρισε τη μεταπρατική μερίδα του προς όφελος της παραγωγικής. Ταυτόχρονα έδωσε τη δυνατότητα στο μέγα συλλογικό καπιταλιστή, το ελληνικό κράτος, να πραγματοποιήσει δημόσιες επενδύσεις και να απορροφήσει σημαντικό τμήμα του πληθυσμού στο Δημόσιο Τομέα,[9] τον οποίο χρησιμοποίησε και ως μέσο ιδεολογικής και πολιτικής κυριαρχίας[10] σε μια εποχή κατά την οποία είχε ανάγκη να ενσωματώσει τον εαμογενή κόσμο και ταυτόχρονα να ανακόψει την άνοδο της Αριστεράς.
Περαιτέρω, η κατάρρευση του οιονεί σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη έδωσε τη μεγάλη ευκαιρία στον ελληνικό καπιταλισμό να εκμεταλλευτεί τις παρθένες αυτές αγορές, όπερ και έπραξε. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο ελληνικός καπιταλισμός έχει ήδη εναρμονιστεί με τις λοιπές ενωσιακές οικονομίες καθώς μετατράπηκε σε ιμπεριαλισμό μικρής κλίμακας (μικρο-ιμπεριαλισμό) και προσφέρει νέα ώθηση στις παραγωγικές δυνάμεις της Χώρας. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι ο ελληνικός καπιταλισμός έχει ωφεληθεί ιδιαίτερα από τη συμμετοχή του στην Ε.Ε.
Οι εργαζόμενοι στον καπιταλισμό οικονομικά μεν είναι η κινητήρια δύναμή του αλλά πολιτικά είναι το παρακολούθημά του. Οι εργαζόμενοι σ’ όλη την Ε.Ε. και στην Ελλάδα ανέπτυξαν αγώνες για την καλυτέρευση του βιοτικού τους επιπέδου και πράγματι αυτό καλυτέρευσε: Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στη 10ετία του 70, εντός των πόλεων, σχεδόν μόνο οι καπιταλιστές και η εργατική αριστοκρατία είχαν νόμιμη ιδιόκτητη κατοικία και αυτοκίνητο. Σήμερα, και λόγω της πιστωτικής πολιτικής, το 90% των νοικοκυριών έχουν αυτοκίνητο και το 65% ιδιόκτητο διαμέρισμα.[11] Ταυτόχρονα η άνοδος του βιοτικού επιπέδου συνίσταται στην υψηλή προσβασιμότητα σε καταναλωτικά αγαθά και αγαθά νέας τεχνολογίας, η οποία αν και μη μετρήσιμη και σχέση με το παρελθόν φαίνεται να είναι πολύ μεγαλύτερη από την εποχή της 10ετίας του ’70. Περαιτέρω επιτεύχθηκε το στέριωμα της αστικής δημοκρατίας που αποτελούσε το μέγιστο ζητούμενο της μετεμφυλιακής κοινωνίας. Ο λαός ακόμη και 40 χρόνια μετά την επιβολή της δικτατορίας θεωρεί την συμμετοχή στην Ε.Ε. ως εγγύηση για τη διατήρηση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Εν περιλήψει αυτά τα στοιχεία δείχνουν τη μακροπρόθεσμη άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και έτσι εξηγείται και η θετική γνώμη που έχει σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού για την Ε.Ε.
Εν τέλει στους εργαζόμενους συμφέρει, μέχρι να δημιουργήσουν τους όρους για το σοσιαλισμό, να ζουν σ’ ένα προοδευτικό καπιταλιστικό σύστημα ή σ’ ένα φιλελεύθερο ιμπεριαλισμό, από τον οποίο θα έχουν τη δυνατότητα να αποσπάσουν μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου πλούτου. Αντιθέτως ένας παραπαίων καπιταλισμός μοιραία θα υποβαθμίσει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων αφού θα φτωχύνει την αστική τάξη και κατά συνέπεια ο εργαζόμενος αφενός θα έχει να διεκδικήσει από μικρότερη πίτα, αφετέρου θα οδηγηθεί στην ακροδεξιά (βλ. κατωτέρω). Στην ανωτέρω διαπίστωση προβαίνει αυθόρμητα και ο εργαζόμενος και για το λόγο αυτό απορρίπτει την πολιτική της Αριστεράς, η οποία προσπαθεί να πείσει ότι έχει χειροτερέψει το βιοτικό επίπεδο.[12] Γι’ αυτό και στρέφεται προς τα αστικά κόμματα, τα οποία κυριαρχούν εκμεταλλευόμενα την έλλειψη πειστικού αριστερού πολιτικού λόγου.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Στην Αριστερά έχουν αναπτυχθεί δύο ρεύματα σχετικά με την Ε.Ε. Το έλασσον των Κριτικιστών, που εκφράστηκε πολιτικά από το πάλαι ποτέ ΚΚΕ εσωτερικού και σήμερα από το Συνασπισμό και το μείζον των Αντιενωσιακών που εκφράστηκε πολιτικά από το ΚΚΕ και τις εξ αριστερών αυτού (κατά το πλείστον μαοϊκής απόχρωσης) πολιτικές οργανώσεις, οι οποίες όμως δεν απέκτησαν ποτέ σημαντική επιρροή στο εργατικό κίνημα.
Το Έλασσον Ρεύμα, πιστό στις βασικές του θέσεις, θεωρεί ότι είναι δυνατός ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Ε.Ε. μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Το μείζον ρεύμα θεωρεί ότι η Χώρα πρέπει να αποδεσμευτεί και να εξέλθει από την Ε.Ε. Και οι δύο αυτές απόψεις δεν προσφέρουν πειστική πρόταση για εργατική εξουσία γι’ αυτό και απορρίπτονται από τους εργαζόμενους οι οποίοι ακολουθούν τη σιγουριά των αστικών κομμάτων.
Το Έλασσον Ρεύμα, απότοκος του «ιστορικού συμβιβασμού» του ευρωκομμουνισμού, θεωρεί ότι η αστική τάξη θα δεχτεί τη σταδιακή απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της μέσα από τους εργατικούς αγώνες. Ένα μέρος του ρεύματος αρκείται στη γενναία φορολόγηση της αστικής τάξης και την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των εργαζομένων για να θεωρήσει ότι επιτεύχθηκε ο σοσιαλισμός. Η θεώρηση αυτή[13], παρόλο που έχει αντιμετωπιστεί διεξοδικά με τα ο κλασικά έργα «Αντι-Ντύρινγκ» και «Κράτος και Επανάσταση» αξίζει να επαναληφθεί: Ποτέ η αστική τάξη δεν πρόκειται να παραχωρήσει την ιδιοκτησία της, επομένως και την πολιτική της δύναμη. Η αστική ιδιοκτησία θα καταργηθεί, δυστυχώς για την ανθρώπινη ζωή, μέσα από βίαια γεγονότα. Η αστική τάξη θα χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις καταστολής εναντίον των εργαζομένων που θα επιχειρήσουν να κοινωνικοποιήσουν την ιδιοκτησία της.[14]
Ένα μέρος του Ελάσσονος Ρεύματος θεωρεί ότι αρκεί η γενναία φορολόγηση της αστικής τάξης για να αναδιανεμηθεί ο πλούτος υπέρ των εργαζομένων. Η άποψη αυτή, που πολιτικά ρέπει προς τη σοσιαλδημοκρατία, είναι πιο ρεαλιστική, και επιπλέον μπορεί ν’ αποτελέσει και έχει αποτελέσει στόχο του οικονομικού αγώνα των εργαζομένων εντός του καπιταλισμού. Μια τέτοιου είδους φορολογία έχει επιτευχθεί στις σκανδιναβικές χώρες όπου το κοινωνικό κράτος είναι ιδιαίτερα ισχυρό. Όμως ο νόμος του εμπορίου, δηλαδή η ανταγωνιστικότητα και η κυριαρχία στην αγορά, είναι αμείλικτος: Δεν μπορεί ν’ ανεχθεί την ύπαρξη κοινωνικού κράτους το οποίο περιορίζει το κέρδος του κεφαλαίου και γι’ αυτό αποδομείται ταχέως στις χώρες αυτές, ώστε να επέλθει ομοιομορφία σε όλη την Ε.Ε. Όσο καιρό υπήρχε το «φάντασμα του κομμουνισμού» η αστική τάξη μπορεί να συμβιβαζόταν, τώρα δεν υπάρχει λόγος να διατηρήσει το κοινωνικό κράτος.[15]
Ο στόχος του Κοινωνικού Κράτους, εκτός από εύλογο οικονομικό στόχο των εργαζομένων αποτελεί ταυτόχρονα και πολιτικό στόχο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Λόγω της ταυτοσημίας αυτής σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο ταξικής συνείδησης, των εργαζομένων, η σοσιαλδημοκρατία έχει τη δυνατότητα να αλιεύει από την Αριστερά τους υποστηρικτές της. Έχει επίσης τη δυνατότητα να αντλεί και στελέχη των οποίων έχουν μεταβληθεί οι όροι ζωής και προσομοιάζουν σ’ αυτούς της αστικής τάξης. Τα στελέχη αυτά μπορούν ανερυθρίαστα να ισχυρίζονται ότι δεν απομακρύνθηκαν από τους πολιτικούς τους στόχους, μια και ο αγώνας για Κοινωνικό Κράτος υπάρχει και ως οικονομικός στόχος της Αριστεράς. Η αλιεία αυτού του είδους δε σημαίνει, βεβαίως, ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να εγκαταλείψουν τον οικονομικό αγώνα εντός του καπιταλισμού, η εγκατάλειψή του θα ήταν εγκληματική για τους όρους διαβίωσής τους, σημαίνει όμως ότι πρέπει να είναι διακριτός ο οικονομικός από τον πολιτικό αγώνα, όπως άλλωστε εύστοχα πρώτος διατύπωσε ο Λένιν.[16]
Συμπερασματικά το ρεύμα της Αριστεράς που επιδιώκει τη σοσιαλιστικοποίηση της Ε.Ε. μέσω των μεταρρυθμίσεων είναι εμφανώς ουτοπικό ως προς τον πολιτικό του στόχο, αφού δεν προωθεί την υπόθεση του εργατικού κράτους και δεν εξηγεί τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα απαλλοτριωθεί η καπιταλιστική ιδιοκτησία. Τούτο όμως δε σημαίνει ότι με τον αγώνα των μεταρρυθμίσεων δεν επιτυγχάνονται οικονομικά αποτελέσματα προς όφελος των εργαζομένων.
Το Μείζον Ρεύμα θεωρεί ότι δεν είναι δυνατός ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Ε.Ε. και προτείνει την αποδέσμευση από αυτήν. Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, όντως δεν είναι δυνατός ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Ε.Ε. Η εσφαλμένη θεώρηση του Μείζονος Ρεύματος έγκειται στην προοπτική ότι η αποδέσμευση θα μπορούσε να οδηγήσει στην εγκαθίδρυση εργατικής εξουσίας ή ότι θα ήταν ένα προοδευτικό βήμα για την κατάσταση των εργαζομένων. Η αποδέσμευση ως στόχος απομονωμένος από την οικονομική και πολιτική εξέλιξη του καπιταλισμού αλλά και των στόχων της εργατικής τάξης, επάγεται ολέθρια αποτελέσματα: Χωρίς την ταυτόχρονη εγκαθίδρυση εργατικής εξουσίας θα πισωγυρίσει τον ελληνικό καπιταλισμό, θα επιβραδύνει ή ακόμη και θα αναστρέψει την ανάπτυξή του και θα τον κάνει λιγότερο ανταγωνιστικό[17] στην παγκόσμια αγορά καθόσον θα διακοπεί η επικοινωνία με τα ζωτικά γι’ αυτόν κονδύλια συνοχής της Ε.Ε. και με την τεχνογνωσία που αυτή προσφέρει. Θα μετατραπεί δηλαδή σε τριτοκοσμικό καπιταλισμό με συνέπεια την υποβάθμιση της οικονομικής θέσης των εργαζομένων, εφαρμοζόμενης της αρχής «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος».
Απ’ την άλλη, η αποδέσμευση από την Ε.Ε. με την εγκαθίδρυση εργατικής εξουσίας θέτει απευθείας το αδήριτο ερώτημα κατά πόσον είναι αυτή βιώσιμη σε μια μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα. Ύστερα από σαράντα και εξήντα χρόνια από την επικράτηση της επανάστασης, στις χώρες που επικρατεί γίνεται ακόμη λόγος για οικοδόμηση του σοσιαλισμού, δηλαδή τόσα χρόνια μετά δεν έχει επιτευχθεί ο βασικός στόχος της επανάστασης: οι εργαζόμενοι δεν απολαμβάνουν το αποτέλεσμα της εργασίας τους. Για απονέκρωση του κράτους ούτε λόγος να γίνεται. Το κράτος ενδυναμώνεται και οργανώνεται ολοένα και περισσότερο, η ενδυνάμωσή του καταδεικνύει ότι τόσα χρόνια μετά την επανάσταση υφίσταται ταξικός εχθρός, ο οποίος αν μη τι άλλο θα έπρεπε να παύσει να υπάρχει λόγω του φυσικού κύκλου της ζωής. Ένα μεγάλο μέρος του μόχθου της εργατικής τάξης μετακυλύεται στη λειτουργία του κράτους και τη συντήρηση (ή και ευημερία) των στελεχών των μηχανισμών καταστολής τα οποία επιπλέον είναι και απολύτως αντιπαραγωγικά, προκειμένου, να αμυνθεί (το κράτος) έναντι του διεθνούς ιμπεριαλισμού, σύμφωνα με τον ισχυρισμό που προβάλλεται. Η σημερινή διεθνής συγκυρία, κατά τα υπάρχοντα στοιχεία, δείχνει πως ο σοσιαλισμός όχι απλώς φυτοζωεί αλλά πισωγυρίζει στις χώρες που ισχυρίζονται ότι τον οικοδομούν: Η Κίνα έχει μετατραπεί συνειδητά σε ένα απέραντο καπιταλιστικό εργοστάσιο της χειρότερης μορφής εκμετάλλευσης του μονοκομματικού καπιταλισμού και της φτηνότερης εργατικής δύναμης στον κόσμο, το Βιετνάμ εκλιπαρεί τις ΗΠΑ για επενδύσεις, η Β. Κορέα οικογενειοκρατείται και επενδύει το μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού προϊόντος της στους εξοπλισμούς και η Κούβα νομιμοποιώντας το δολάριο προσπαθεί να προσελκύσει το διεθνή τουρισμό. Εκτός από την Κίνα στις λοιπές χώρες φαίνεται να γίνεται προσπάθεια δίκαιης διανομής του κοινωνικού προϊόντος που απομένει ύστερα από τη την αφαίρεση μέρους του για συντήρηση του κρατικού μηχανισμού, αλλά αυτό είναι ελάχιστο και δεν επαρκεί για την κάλυψη των χρειωδών.
Το γεγονός ότι με τον ένα ή άλλο τρόπο επιβίωσε στην ΕΣΣΔ κάποια μορφή εργατικής εξουσίας δεν αποδεικνύει ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να εγκαθιδρυθεί επιτυχώς σε μια μικρή χώρα, στερούμενη πολλαπλών πόρων. Το αντίθετο μάλλον. Η εργατική εξουσία επιβίωσε στην ΕΣΣΔ διότι δεν ήταν μία μόνο χώρα, ήταν μια ενιαία εδαφική έκταση εδραζόμενη σε δύο ηπείρους καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος αυτών και αποτελούμενη από 49 εθνότητες, δεκάδες εθνικές μειονότητες και κυρίως απεριόριστους φυσικούς πόρους που της εξασφάλισαν παραγωγική αυτάρκεια. Το παράδειγμα της ΕΣΣΔ δείχνει ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να επιβιώσει σε μια χώρα μόνο όταν αυτή είναι αυτάρκης σε πόρους για να μπορεί να αντιμετωπίσει με επιτυχία την εσωτερική και εξωτερική αντεπανάσταση. Ακριβώς την έλλειψη αυτάρκειας των σημερινών λαϊκών δημοκρατιών, ουσιαστικά την εξάρτησή τους από το πετρέλαιο, το χάλυβα και την πληροφορική, εκμεταλλεύεται ο διεθνής ιμπεριαλισμός για να τις μετατρέψει σε αγορές, αν δεν το έχει επιτύχει ήδη.
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Έχει ανατραπεί, λοιπόν, η μαρξιστική «ορθοδοξία»;[18] Δεν πρέπει πια το προλεταριάτο κάθε χώρας να ξεμπερδέψει πρώτα με τη δική του αστική τάξη;[19] Το ερώτημα αυτό εξακολουθεί να είναι επίκαιρο, όμως επίκαιρο είναι και το ερώτημα περί του ποια είναι η «δική του αστική τάξη». Η διαδικασία της λεγόμενης ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαδικασία ενοποίησης των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων σε μια ενιαία, δηλαδή κοινών συμφερόντων, αστική τάξη. Ενιαία (νέα) αστική τάξη σημαίνει νέο κράτος, νέα οργάνωση, νέος στρατός και φυσικά και κυρίως νέα οικονομική βάση, νέα αγορά.
Η αναγκαιότητα νέας οργάνωσης των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων προκειμένου να συμπηχθεί μια ενιαία οικονομικά και πολιτικά αστική τάξη που θα μπορεί να ανταγωνιστεί αξιοπρεπώς και επιτυχώς κυρίως τις ΗΠΑ και εν συνεχεία την Ιαπωνία και να διατηρήσει την ισχυρή διαπραγματευτική της θέση στο μοίρασμα των αγορών είναι χιλιοειπωμένη ήδη από τη δεκαετία του ’70. Η νέα αστική ευρωπαϊκή τάξη αποτελεί μια πραγματικότητα και το μετα-κράτος της αποτελεί το όργανο επιβολής της θέλησής της. Η ελεύθερη διακίνηση του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» εντός των ορίων του νέου κράτους, η ομοιομορφία της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης εντός της Ε.Ε. με κανόνες που ορίζονται από την Επιτροπή, δηλώνει όχι μόνο την αναγκαιότητα πολιτικής έκφρασης της ευρωπαϊκής αστικής τάξης μέσα από το κράτος της (την Ε.Ε.) αλλά και την αναγκαιότητα πολιτικής έκφρασης των μισθωτών και των άλλων εκμεταλλευόμενων ομάδων του πληθυσμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εν ολίγοις, η νέα ευρωπαϊκή αστική τάξη έχει δημιουργήσει νέα πολιτικά δεδομένα για την έκφραση των εκμεταλλευόμενων τμημάτων του πληθυσμού, τα οποία ενώ δεν πρέπει να παραβλέψουν τα ευρωπαϊκά αριστερά και επαναστατικά κόμματα, δυστυχώς μέχρι σήμερα παραβλέπουν.
Η πολιτική οργάνωση της Ευρωπαϊκής Αστικής Τάξης σε κόμματα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, όμως, έχει το πλεονέκτημα του δικού της Κράτους σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους εργαζόμενους που ούτε δικό του Κράτος έχουν (πώς άλλωστε θα μπορούσαν;!) ούτε δικά τους κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παρουσιάζεται, λοιπόν, η μοναδική ευκαιρία για τους εργαζόμενους να προηγηθούν στην πολιτική οργάνωση σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Αστική Τάξη. Αυτό σημαίνει ότι τα εθνικά εργατικά κόμματα θα πρέπει να μεταβιβάσουν στα ευρωπαϊκά εργατικά ένα μέρος της δομικής τους εξουσίας αλλά και της εμπειρίας τους.
Η ενιαία ευρωπαϊκή αστική τάξη είναι απότοκος της ιστορικής ανάπτυξης του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και δημιουργήθηκε ανεξάρτητα από τη δράση του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, το οποίο στη σημερινή φάση ανάπτυξής του δεν έχει καμία απολύτως δυνατότητα να αποτρέψει την ενοποίησή της, η οποία έχει ήδη επιτευχθεί. Από την άλλη πλευρά η επικράτηση επαναστατικών συνθηκών σε μια μόνο χώρα της Ε.Ε. και η δημιουργία εργατικού κράτους φαντάζει ως χίμαιρα: Όσο μικρότερη είναι η επαναστατημένη χώρα (π.χ. Λουξεμβούργο) τόσο μικρότερη είναι και η πιθανότητα επιβολής εργατικής εξουσίας εξαιτίας της δεδομένης ισχυρότατης αντεπαναστατικής δύναμης και της ενοποιημένης αγοράς που διαθέτει η ενιαία, ήδη, ευρωπαϊκή αστική τάξη. Η επανάσταση θα ξεκινήσει από μία περιοχή ή Χώρα, όπως άλλωστε και η Οκτωβριανή που ξεκίνησε από την Πετρούπολη, το ενιαίο όμως της Ενωσιακής διακυβέρνησης ομογενοποιεί τις αντικειμενικές συνθήκες σε όλο τον ενωσιακό χώρο.
Αντιθέτως η πολιτική οργάνωση της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο σχεδιασμός διάδοσης της επαναστατικής πνοής εντός του ενωσιακού χώρου, η κατάργηση της ευρωπαϊκής κρατικής εξουσίας και η προβολή ενός αξιόπιστου σοσιαλιστικού μέλλοντος είναι ένα αίτημα περισσότερο ώριμο και συγχρονισμένο με την πολιτική πραγματικότητα που βιώνει η ευρωπαϊκή εργατική τάξη, ενώ ταυτόχρονα αποτρέπεται η αντεπαναστατική επέμβαση. Περαιτέρω το ευρωπαϊκό κράτος δεν είναι τόσο οικείο στους εργαζόμενους όσο το εθνικό τους κράτος. Η εσφαλμένη πολιτική του συνόλου των κυρίαρχων στο χώρο ευρωπαϊκών αριστερών κομμάτων ως προς τη θεώρηση του αστικού κράτους κατά τα μεταπολεμικά χρόνια οδήγησε τους εργαζόμενους να θεωρήσουν ότι το αστικό εθνικό τους κράτος θα μπορούσε να γίνει και δικό τους. Οι κρατικοποιήσεις θεωρήθηκαν ως σοσιαλιστικά βήματα και ο Δημόσιος Τομέας ως κοινωνική ιδιοκτησία.[20] Μεγαλύτερη απάτη απ’ αυτή δεν υπήρξε στα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτή την απάτη εκμεταλλεύτηκαν μερίδες των αστικών τάξεων της Ευρώπης, των οποίων τα συμφέροντα εξυπηρετούνταν από τις κρατικοποιήσεις και, εκπροσωπούμενες κατά κανόνα από τη σοσιαλδημοκρατία,[21] κατέλαβαν τη διαχείριση της εξουσίας και «έφεραν το σοσιαλισμό», παραγκωνίζοντας την Αριστερά που στο πίσω μέρος της πολιτικής της εκτός από τις δήθεν σοσιαλιστικές κρατικοποιήσεις έθετε και τον ελάχιστο κίνδυνο να καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.
Σε αντίθεση προς το ήδη οικείο για τους εργαζόμενους εθνικό κράτος προβάλλει το νέο κρατικό μόρφωμα της Ε.Ε. που είναι ακόμη ξένο γι’ αυτούς, ένα κρατικό μόρφωμα που απορροφά ένα μέρος της εξουσίας των αστικών εθνικών κρατών, ένα μόρφωμα που εν τέλει μπορεί να αποτελέσει το στόχο του ταξικού αγώνα των εργαζομένων χωρίς τους αντίστοιχους εθνικούς συναισθηματισμούς. Το παράπονο[22] των μικροαστικών συμφερόντων για τη μεταβίβαση εξουσιών από την εθνική τους στην υπερεθνική αστική τάξη έρχονται σε αντίθεση με το πραγματικό συμφέρον των εργαζομένων που είναι η δημιουργία ενός μείζονος κρατικού σχηματισμού ο οποίος θα τροφοδοτήσει το εργατικό κίνημα με αστείρευτες πληθυσμιακές δυνάμεις και του οποίου η ολοκληρωτική κατάρρευση θα σημάνει την επικράτηση του σοσιαλισμού στον ευρωπαϊκό χώρο, ενός σοσιαλισμού που θα επικρατήσει στην πλέον ανεπτυγμένη ήπειρο του πλανήτη και μπορεί να αντιμετωπίσει με επιτυχία όχι μόνο τις δυνάμεις τις αντεπανάστασης αλλά και τις προκλήσεις της σοσιαλιστικής ανάπτυξης για την ευημερία των εργαζομένων και εν τέλει ολόκληρης της κοινωνίας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η πολιτική αποδέσμευσης από την Ε.Ε. δεν αποτελεί σοσιαλιστική προοπτική αλλά ένα πισωγύρισμα της ανάπτυξης του ελληνικού (και κάθε άλλου εθνικού ευρωπαϊκού) καπιταλισμού. Ως στόχος του ελληνικού καπιταλισμού είναι ανέφικτος διότι η αποδέσμευση από την Ε.Ε. αφορά την αστική τάξη που ήδη κυβερνά και έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και τις πολιτικές επιλογές. Ως στόχος της εργατικής εξουσίας είναι αυτονόητος διότι η κατάργηση της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής αποτελεί το κύριο αντικείμενο της εξουσίας αυτής και είναι ασύμβατη με τη λειτουργία της Χώρας εντός της Ε.Ε. Ως στόχος των μικροαστικών στρωμάτων είναι ουτοπικός διότι οι μικροαστοί στον ευρωπαϊκό χώρο δεν πρόκειται να καταλάβουν ποτέ την πολιτική εξουσία δεδομένου ότι είναι αμελητέοι στον παγκόσμιο εμπορικό ανταγωνισμό λόγω της μικρής κλίμακας οικονομίας που αντιπροσωπεύουν. Μάλιστα θα έμοιαζε με κακόγουστο αστείο η μετατροπή ενός ιμπεριαλιστικού πόλου σε μικροαστικό καπιταλισμό. Η πιθανή διάλυση της Ε.Ε. και η επάνοδος στα εθνικά κράτη και τον παρεπόμενο μ’ αυτά εθνικισμό θα ήταν εφιαλτική για το ειρηνικό μέλλον των λαών της Ευρώπης.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να φοβίζει την εργατική τάξη η ιδέα της (αστικής κατά πάντα) ευρωπαϊκής ενοποίησης Αυτή δημιουργεί νέες και πιο ρωμαλέες συνθήκες για την επιτυχή επιβολή της εργατικής εξουσίας. Επιπλέον αποτελεί μια ευκαιρία αποσαφήνισης των στόχων του εργατικού κινήματος και κατάδειξης των πολιτικών διαφορών με τους φθίνοντες μικροαστούς και διαφοροποίησης της συνθηματολογίας που, ως μη εργατική, οικειοποιείται εύκολα από άλλους χώρους.
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΑΣΤΩΝ
Οι μικροαστοί αδυνατώντας να καταλάβουν την πολιτική εξουσία αυτοτελώς, λόγω της αδυναμίας ανταγωνισμού του χαμηλής οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου τους, ιστορικά επιχειρούσαν να εκφραστούν μέσα από το διάφορους πολιτικούς σχηματισμούς, διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους. Τα εργατικά κόμματα πάντοτε προσπάθησαν να προσεταιριστούν τους αυτοαπασχολούμενους για να μετατρέψουν την άσκοπη αντίδρασή τους σε επαναστατικότητα.[23] Θεωρητικά η προσέγγιση αυτή έχει διαζευκτικά τις εξής δύο συνέπειες: α) Υποταγή των μικροαστικών συμφερόντων στα συμφέροντα της εργατικής τάξης ή β) Υποταγή των συμφερόντων της εργατικής τάξης στους μικροαστούς. Το τι ακριβώς συνέβη ιστορικά στα ευρωπαϊκά αριστερά κόμματα αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας ετέρου άρθρου. Πάντως μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, στα ευρωπαϊκά αριστερά κόμματα (στην ΕΔΑ εξ ανάγκης λόγω της παρανομίας του ΚΚΕ) μάλλον κυριάρχησε η τάση για ικανοποίηση των μικροαστικών συμφερόντων μέσω της μεταβολής των προγραμμάτων των κομμάτων αυτών, καθώς παράλληλα με το πρόγραμμα για την εργατική εξουσία, υιοθετήθηκε ο αντιδιαλεκτικός όρος «βασικά μέσα παραγωγής». Το διαλεκτικό ατύχημα είναι ότι ο όρος αυτός υιοθετήθηκε και από τους ευρωκομμουνιστές και από τους «ορθόδοξους» και, αργότερα, από τους μαοϊκούς.
Βεβαίως οι μικροαστοί δεν έχουν θεωρητική ελπίδα επιβίωσης στα πλαίσια της εργατικής εξουσίας, οπότε είναι πιο πρόσφορο γι’ αυτούς ν’ αναζητούν και να οργανώνουν διαφορετική πολιτική έκφραση. Τέτοια έκφρασή τους, ιστορικά, υπήρξε το κομμάτι εκείνο της σοσιαλδημοκρατίας που αναμείχθηκε με τον εθνικισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο φασισμός και ο ναζισμός προέκυψαν μέσα από τη σήψη της 2ης Διεθνούς σα σκουλήκια που έφαγαν τις νεκρές σάρκες της, για να δημιουργήσουν τελικά την ακροδεξιά ως αυτοτελή πολιτικό χώρο, υιοθετώντας μαζί με τον πιο απροκάλυπτο ρατσισμό και τις επιδιώξεις του οικονομικού αγώνα της εθνικής τους εργατικής τάξης, με αιχμή κυρίως την εξάλειψη της ανεργίας. Η αναγκαιότητα κυριαρχίας της αντιδραστικής – μιλιταριστικής μερίδας των μεσοπολεμικών αστικών τάξεων της Ιταλίας και της Γερμανίας στο πολιτικό και οικονομικό σκηνικό υποχρέωσε την αρχικώς μικροαστική ακροδεξιά να παραμείνει ως εφεδρεία του καπιταλισμού και όταν κινδύνεψε το αστικό κράτος ανασύρθηκε από το πολιτικό περιθώριο για να μετατραπεί στον κύριο πολιτικό εκφραστή, όχι μόνο της αντιδραστικής μερίδας αλλά συνολικά της αστικής τάξης. Έτσι οι «ατυχείς» μικροαστοί έμειναν χωρίς πολιτική έκφραση και ο φασισμός που σπαργάνωσαν αιματοκύλισε τον κόσμο.
Ως συνέχεια της ανωτέρω ιστορικής συνθήκης οι φθίνοντες μικροαστοί, γενικά, εκφράζονται αυτοτελώς από ακροδεξιά κόμματα, έτσι και στην Ελλάδα από την ακροδεξιά του Καρατζαφέρη, ο οποίος βρήκε ως εύκολη λεία πολλούς απογοητευμένους και χτυπημένους από τον καπιταλισμό, μικροαστούς, εργάτες και ανέργους, των οποίων ενεργοποίησε το συναίσθημα εξηγώντας ότι για τη φθίνουσα κατάστασή τους ευθύνονται οι μετανάστες, η παγκοσμιοποίηση, η «εθνική» αλλοτρίωση, η Ε.Ε., οι ΗΠΑ (δηλαδή ο ιμπεριαλισμός!!!), πάντως όχι ο καπιταλισμός, τον οποίο θεωρεί καλό και αθώο. Η ακροδεξιά στην Ελλάδα, συνεπής προς την ιστορική της συνέχεια, αποτελεί εφεδρεία του καπιταλισμού που θα ενισχυθεί από την αστική τάξη κατά την περίοδο ανόδου του εργατικού κινήματος. Η ακροδεξιά, όπως και η ηγεσία της Εκκλησίας, και όλοι αυτοί που μαζί τους ευλαβώς ασπάζονται τας αρχιερατικάς χείρας, υπέκλεψαν τα αιωρούμενα στην Αριστερά συνθήματα (άρα και πολιτικές) περί παγκοσμιοποίησης,[24] Ε.Ε. και ΗΠΑ. Η δυνατότητα υποκλοπής αυτής της πολιτικής εξηγεί και το γεγονός που αναδείχθηκε από τα exit poll στις τελευταίες εκλογές: ότι αρκετοί ψηφοφόροι της Αριστεράς, και βεβαίως όχι αριστεροί ψηφοφόροι, μετακινήθηκαν προς τον Καρατζαφέρη. Στην πολιτική όμως δεν φταίει αυτός που υποκλέπτει αλλά αυτός που κινείται σε θολά νερά και δίνει τη δυνατότητα οικειοποίησης της πολιτικής του από τους αντιπάλους του. Είναι πολύ εύκολο για το μικροαστό και την ακροδεξιά να διακηρύξουν «Έξω από την Ε.Ε.» ή «Αποδέσμευση από την Ε.Ε.», ακόμη και «Κάτω η Ε.Ε.», όπως διακηρύσσει ο Λεπέν. Αντιθέτως είναι δύσκολο για το μικροαστό και αδύνατο για την ακροδεξιά να διακηρύξουν «Σοσιαλιστική Ευρώπη» ή «Ευρώπη χωρίς ιδιοκτησία».
Ακριβώς για τους παραπάνω λόγους η πολιτική περί αποδέσμευσης από την Ε.Ε. όχι μόνο δεν ωφελεί το εργατικό κίνημα αλλά το οδηγεί στα χέρια της ακροδεξιάς σε μια εποχή μάλιστα που η απογοήτευση από τη λειτουργία του καπιταλισμού θα αυξάνει και η ακροδεξιά, εκμεταλλευόμενη το συναίσθημα που δημιουργείται από την πρώτη εντύπωση και όχι την πραγματικότητα, θα μπορεί να αλιεύει τις εργατικές συνειδήσεις. Η Αριστερά δεν έχει προσέξει αρκούντως τον κίνδυνο της ακροδεξιάς για την ταξική συνείδηση των εργαζομένων, η οποία φουντώνει ολοένα και περισσότερο όσο αυξάνεται και η ανέχεια. Επίσης, ακροδεξιές απόψεις καλλιεργούνται από τις «πατριωτικές» πτέρυγες των αστικών κομμάτων και ως καλυμμένες είναι πολύ πιο επικίνδυνες από την απροκάλυπτη ακροδεξιά. Η Αριστερά είναι αναγκαίο να πολεμήσει την ακροδεξιά, δηλαδή το ρατσισμό και τον εθνικισμό, επομένως και το μικροαστισμό. Γι’ αυτό είναι επιτακτική η αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής της Αριστεράς σε πανευρωπαϊκό επίπεδο με τη δημιουργία νέου στρατηγικού στόχου: Ευρωπαϊκό εργατικό κόμμα (ή και κόμματα), Ευρώπη σοσιαλιστική, Ευρώπη δημοκρατική, Ευρώπη χωρίς ιδιοκτησία.
Το ζήτημα της λειτουργίας της ιδιοκτησίας σε μια σοσιαλιστική Ευρώπη είναι το πιο βασικό θέμα διαπαιδαγώγησης της εργατικής συνείδησης. Τα αριστερά κόμματα εμπλέκονται συνεχώς σε μια ιδεολογική πάλη, εύλογη μεν για τους γνώστες της ιστορικής πορείας του εργατικού κινήματος αλλά ακατανόητη για τις πλατιές μάζες των εργαζομένων, οι οποίες βεβαίως γυρνάνε την πλάτη τους στη διαμάχη αυτή και ακολουθούν σταθερά τα αστικά κόμματα. Στη μάχη μεταξύ αναθεωρητισμού – μεταρρυθμισμού αφενός και ορθόδοξου μαρξισμού αφετέρου απαριθμείται σειρά επιχειρημάτων[25] που αφορούν, όμως, πάντοτε τη συμπεριφορά στο εποικοδόμημα αλλά περιέργως συγκαλύπτεται η σχέση και του αναθεωρητισμού και της μαρξιστικής ορθοδοξίας με την οικονομική βάση, δηλαδή την κατάσταση ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Αυτοί που σήμερα κατηγορούνται ως αναθεωρητές και καιροσκόποι (Χρουστσόφ και Σία) υπήρξαν οι καθοσιωμένοι μαρξιστές και επαναστάτες των δεκαετιών του ‘60 και ένθεν, πρόμαχοι των «ορθόδοξων» θέσεων περί μεταρρύθμισης και δικτατορίας του προλεταριάτου αλλά τελικά υπέρμαχοι της ιδιοκτησίας και υπεύθυνοι για την μεταβολή της πολιτικής των αριστερών κομμάτων (βασικά μέσα παραγωγής…), οι οποίοι φάνηκαν συνειδητά ανίκανοι να κατανοήσουν τις αδυναμίες της σταλινικής περιόδου, εμμένοντας στη συμπεριφορά στο εποικοδόμημα (προσωπολατρία, στημένες δίκες κλπ.) και παραβλέποντας τη σχέση του παραγωγού με το μέσο παραγωγής και συνακόλουθα με το εργατικό κράτος. Η ιδεολογική αντιπαράθεση για να μπορεί να είναι κατανοητή από τους εργαζόμενους αλλά και για να τους διαπαιδαγωγεί, είναι σημαντική μόνο όταν από τη σύγκρουση αναδεικνύεται η πολιτική σχετικά με τη λειτουργία της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Αν η ευρωπαϊκή Αριστερά θέσει αυτό το γνώμονα τότε θα καθοδηγήσει ευκολότερα τους εργαζόμενους οι οποίοι θα διαπιστώσουν[26] ποιοι πολιτικοί σχηματισμοί πράγματι εργάζονται για τα συμφέροντά τους.
ΤΟ ΕΥΡΩΣΥΝΤΑΓΜΑ
Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω εύλογα προβάλλει το σχόλιο σχετικά με την πρόσφατη επικύρωση της συνταγματικής συνθήκης της Ε.Ε. από το ελληνικό Κοινοβούλιο. Για το θέμα έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες οπότε η κριτική του ευρωσυντάγματος θα γίνει συνοπτικά και με βάση όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω.
Ιστορικά, μόνο οι εργαζόμενοι είναι αυτοί που έχουν αγωνιστεί με συνέπεια για την διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας, όταν η ίδια η αστική τάξη υπαναχωρούσε, ενάντια μάλιστα στα δικά της ταξικά συμφέροντα. Τούτο προκύπτει από την παλιότερη ιστορία (γαλλική επανάσταση και επαναστάσεις του 1848) αλλά και από τη νεώτερη (πόλεμος ενάντια στην αποικιοκρατία, Ελλάδα – 114, Χιλή – Αλλιέντε κλπ.). Επομένως όταν τίθεται θέμα διεύρυνσης της αστικής δημοκρατίας οι εργαζόμενοι είτε καθοδηγούμενοι είτε αυθορμήτως τάσσονται πάντοτε υπέρ αυτής. Η διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας, προκειμένου να υποστηριχτεί και από τους εργαζόμενους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει μέσα από έντονη συγκρουσιακή κατάσταση, μπορεί να είναι και το αποτέλεσμα ομαλών πολιτικών εξελίξεων. Ενός τέτοιου είδους διεύρυνση αποτελεί και ο ποθούμενος αλλά πάντοτε ακυρούμενος διαχωρισμός της «Εκκλησίας της Ελλάδος» από το ελληνικό αστικό κράτος. Η ίδια η Αριστερά και εν τέλει μόνο η Αριστερά είναι αυτή που αγωνίστηκε μέχρι στιγμής με συνέπεια για τη διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας επ’ αυτού του πεδίου και προφανώς όταν προκύψει το συνταγματικό ερώτημα η Αριστερά θα το απαντήσει κατά τρόπο που να βρίσκεται σε συνέπεια με τη μέχρι τώρα στάση της. Δεν θα προκύψει ούτε ένα ψήγμα σοσιαλισμού μ’ αυτή την αλλαγή, το γεγονός όμως ότι θα διευρυνθούν οι αστικές δημοκρατικές ελευθερίες, θα βοηθήσει τον οικονομικό αγώνα των εργαζομένων και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους εντός του καπιταλισμού[27]. Πάνω στην ίδια λογική πρέπει να γίνει η κριτική επί της ευρωπαϊκής συνταγματικής συνθήκης, αν δηλαδή προάγει τις αστικές δημοκρατικές πολιτικές ελευθερίες σε σχέση με την υφιστάμενη κατάσταση.
Όπως προκύπτει και από την πρόχειρη και από την πιο προσεκτική ανάγνωση του κειμένου, το Ευρωσύνταγμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κωδικοποίηση του υφιστάμενου κοινοτικού συνταγματικού δικαίου, δηλαδή χρησιμοποιεί και επανακατατάσσει ήδη ισχύουσες διατάξεις ενώ ταυτόχρονα θέτει και νέες συντηρητικότερες. Υπερισχύοντας έναντι των εθνικών αστικών συνταγμάτων υποβιβάζει τα κοινωνικά και ανθρώπινα δικαιώματα της προστασίας της εργασίας και της κοινωνικής ασφάλισης – πρόνοιας σε δικαιώματα των εργοδοτών να μισθώνουν την εργατική δύναμη (βλ. άρθ. ΙΙ-75, ΙΙ-87, ΙΙ-88 (ανταπεργία!!!) ΙΙ-91, ΙΙ-94, ΙΙΙ-117), υποβιβάζει την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία σε απροκάλυπτη δικτατορική αριστοκρατία μεταθέτοντας το δικαίωμα της εκλογής της κοινοτικής κυβέρνησης (Ευρωπαϊκής Επιτροπής) σε 25 μόνο πρόσωπα, δηλαδή στους επικεφαλής των κρατών μελών, υποβιβάζει τη διάκριση των αστικών λειτουργιών εξουσίας συγχωνεύοντας τη νομοθετική και την εκτελεστική στο όργανο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υποβιβάζει τα εθνικά Κοινοβούλια σε νομοθετικά όργανα δευτερεύοντος χαρακτήρα και ταυτόχρονα διατηρεί τη συμβουλευτική (και όχι αποφασιστική) ιδιότητα στο μοναδικό αντιπροσωπευτικό όργανο της Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Επιπλέον χρίει τα ανατρεπτικά κινήματα του καπιταλισμού ως τρομοκρατικά (Ι-40 επ.), και τασσόμενο κατά της μικροϊδιοκτησίας απειλεί το δικαίωμα στέγασης των εργαζομένων, καθόσον προβλέπει μόνο δίκαιη αποζημίωση (ΙΙ-77) σε περίπτωση απαλλοτρίωσης[28] αντί της πλήρους αποζημίωσης που προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα (άρθ. 17).
Σε ορισμένους τομείς χωρίς οικονομικό κόστος το Ευρωσύνταγμα προβιβάζει τα πολιτικά δικαιώματα, όπως την ελευθερία πολιτικής οργάνωσης (ΙΙ-72) που ενδέχεται να νομιμοποιήσει τα παράνομα ΚΚ στην ανατολική Ευρώπη, δέχεται πλήρως την ΕΣΔΑ καταργώντας την ελληνική επιφύλαξη,[29] δέχεται την απαγόρευση των συλλογικών απελάσεων, την ισότητα των ανθρώπων και όχι των πολιτών, διευρύνει την απαγόρευση των διακρίσεων (ΙΙ-81).
Οι ρυθμίσεις αυτές, αν και προοδευτικότερες σε σχέση με την ελληνική έννομη τάξη, δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά την επιχρύσωση της κατάργησης σημαντικών αστικών ελευθεριών και όχι την ουσιαστική διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας σε ευρωπαϊκά πλαίσια.
Παρόλα τα δυσμενή μέτρα κατά της αστικής δημοκρατίας ο ελληνικός λαός τάσσεται με μεγάλη πλειοψηφία, ίσως όχι τόσο μεγάλη όσο και το ποσοστό του δικομματισμού, υπέρ του Ευρωσυντάγματος. Η αιτία αυτής της στάσης του ελληνικού λαού έχει αναδειχθεί ανωτέρω και προκύπτει και από το αντίστοιχο ισπανικό αποτέλεσμα: Ο καπιταλιστικός Ευρωπαϊκός Νότος μέσω των Κ.Π.Σ. αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό. Η βιομηχανική ανάπτυξη αποτελούσε βασικό προγραμματικό μέλημα της σοσιαλδημοκρατίας και της Αριστεράς των Ελλάδας, Ισπανίας και Πορτογαλίας ενώ συγκαλύφθηκε ο ταξικός χαρακτήρας της. Η βιομηχανική ανάπτυξη, αλληλένδετη με τον αγώνα των εργαζομένων για καλύτερη ζωή, ανεβάζει το βιοτικό τους επίπεδο, παρόλο που προάγει και το άνοιγμα της ψαλίδας, το οποίο όμως δεν είμαι άμεσα αντιληπτό. Παρά τη ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου μετά την εισαγωγή του Ευρώ, η αυθόρμητη αταξική ευγνωμοσύνη των εργαζομένων του Νότου προς την Ε.Ε. για την ανάπτυξη του καπιταλισμού τους εξηγεί και τη θετική γνώμη τους για το Ευρωσύνταγμα. Αντίθετα οι εργαζόμενοι του Βορρά, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια διαπιστώνουν την πτώση του βιοτικού τους επιπέδου, που οφείλεται στην αντιφατική ανάπτυξη αλλά και τη στασιμότητα,[30] σε ορισμένα επίπεδα, του επιχώριου καπιταλισμού τους αλλά θεωρείται, εσφαλμένα, ότι η πτώση οφείλεται στη μεταφορά πόρων στο Νότο και στην τρέχουσα μεταφορά πόρων στις δέκα νέες Χώρες. Η άποψη αυτή είναι αυθόρμητη και αναιτιολόγητη, διότι η μεταφορά της υπεραξίας είναι το εμφανές και επομένως η εύλογη αιτία. Όμως η αντιφατική ανάπτυξη του καπιταλισμού και εν τέλει η εμπορευματική παραγωγή είναι οι πραγματικές αιτίες πτώσης του βιοτικού επιπέδου, αν και δεν είναι τόσο εμφανείς. Γι’ αυτό και οι εργαζόμενοι του Βορρά τάσσονται εναντίον του Ευρωσυντάγματος, από τη στιγμή όμως που δεν τάσσονται εναντίον του καπιταλισμού δεν προκύπτει και ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Οι εργαζόμενοι των δέκα νέων Χωρών τάσσονται γενικά υπέρ του Ευρωσυντάγματος. Η υποστήριξη αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από την ελπίδα βιομηχανικής ανάπτυξης στα χνάρια του ευρωπαϊκού Νότου. Οι ελπίδες των εργαζομένων αυτών είναι βέβαιο πως θα αποδειχτούν φρούδες αλλά, δυστυχώς για το εργατικό κίνημα, θα πεθάνουν τελευταίες: Η ανατολική Ευρώπη είναι η αναγκαία αγορά και εφεδρεία επιβίωσης του ενωσιακού ιμπεριαλισμού και ως τέτοια θα βρίσκεται συνεχώς σε υποδεέστερη θέση.
Οι θετικές ή αρνητικές απόψεις για το Ευρωσύνταγμα, είναι, κατά κανόνα, αυθόρμητες και όχι τεκμηριωμένες. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη πληροφόρησης του περιεχομένου του που σκόπιμα συγκαλύπτεται. Περαιτέρω η σπουδή με την οποία προσπαθεί η άρχουσα τάξη της Ε.Ε. να προκαλέσει την επικύρωση του Ευρωσυντάγματος είναι αντιδημοκρατική και αντίθετη προς τις παραδοσιακά δημοκρατικές αρχές της Ευρώπης.
Είναι προφανές ότι η απάντηση των εργαζομένων στην ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη, παρόλο που θεωρείται απ’ αυτούς θετική, θα πρέπει να είναι αρνητική διότι όχι μόνο δεν προάγονται αλλά αντίθετα περιστέλλονται οι αστικές πολιτικές ελευθερίες.

[1] Υπό την έννοια ότι δεν έχει γίνει επεξεργασία των όρων ως προς τις συνέπειες της χρήσης εκάστου.
[2] Με την εισαγωγή του Ευρώ η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών τάξεων υπήρξε ραγδαία σε απόλυτες τιμές.
[3] Η ανωτερότητα της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου του ευρωπαϊκού καπιταλισμού σε σχέση με αυτή του Τρίτου Κόσμου οδηγεί στη μεταφορά υπεραξίας υπέρ του πρώτου. Μέρος αυτής της υπεραξίας μετακυλύεται στους ευρωπαίους εργαζόμενους διασπώντας τον κανόνα περί απόλυτης εξαθλίωσης στον ενωσιακό χώρο και επιδεινώνοντας την απόλυτη εξαθλίωση στον Τρίτο Κόσμο. Η αντίθεση αυτή που ανακύπτει μεταξύ των εργαζομένων δεν πρόκειται να λυθεί εντός του καπιταλισμού. Οι εργαζόμενοι της Ε.Ε. και του Τρίτου Κόσμου οφείλουν να αγωνίζονται για καλυτέρευση των όρων ζωής τους. Το θέμα εντοπίζεται από τους κλασικούς (Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός…, 1984, σελ. 107 και η απ’ εκεί παραπομπή στον Ένγκελς).
[4] Πρόκειται για την κατάσταση που ο μαρξισμός ονομάζει «σχετική εξαθλίωση της εργατικής τάξης».
[5] Σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Σύστημα αναδιανομής του πλούτου υπέρ των πιο αδύναμων καπιταλισμών μέσω των «Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης – Κ.Π.Σ.», δημόσια υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση κλπ.
[6] Κομμουνιστικό μανιφέστο (Σύγχρονη Εποχή 1984, σελ. 23, 33): «Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να επαναστατεί αδιάκοπα…» … «Οι μεσαίες τάξεις … Δεν είναι λοιπόν επαναστατικές αλλά συντηρητικές. Κάτι παραπάνω είναι αντιδραστικές γιατί αγωνίζονται να στρέψουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας…».
[7] Ο όρος «φιλελεύθερος» αν και γραμματικά προβάλλεται με θετική χροιά, πολιτικά στη συνείδηση των εργαζομένων έχει ταυτιστεί με τη σκληρή αντεργατική πολιτική, οπότε προσιδιάζει στο χαρακτηρισμό ενός ιμπεριαλιστικού πόλου. Η επεξεργασία της έννοιας του προοδευτικού στοιχείου του ιμπεριαλισμού έχει γίνει από το Λένιν στο οικείο κλασικό έργο (έκδοση 1984, σελ. 93).
[8] Ο Ντε Γκολ, αντιλαμβανόμενος τα αντίπαλα συμφέροντα της Μ. Βρετανίας, έδωσε τιτάνια μάχη για να μην εισέλθει στην τότε ΕΟΚ με αλληλοδιάδοχα βέτο. Τελικά ο Πομπιντού ήρε το βέτο και η Μ. Βρετανία εντάχθηκε στην ΕΟΚ.
[9] Δημόσιος Τομέας νοείται αυτό ακριβώς που η ελληνική νομοθεσία ορίζει, δηλ. οι μη παραγωγικές δημόσιες υπηρεσίες άσκησης εξουσίας και οι κατά κανόνα παραγωγικές δημόσιες επιχειρήσεις.
[10] Είναι φανερό ότι επίκειται ευρεία αναδιάρθρωση του Δημοσίου Τομέα, ως αποτέλεσμα των αντιφάσεων του συστήματος αλλά και της απαίτησης των λεγόμενων «δυνάμεων της αγοράς» δηλ. των αδηφάγων επιχειρηματικών κύκλων να οικειοποιηθούν τους πόρους που καταναλώνονται στον Δημόσιο Τομέα.
[11] http://www.statistics.gr
[12] Απ’ ό,τι φαίνεται ο ιμπεριαλισμός έχει διευρύνει τον κύκλο των κρίσεών του και έχει καταφέρει να τις μετατοπίσει στον Τρίτο Κόσμο με τη μορφή της έσχατης φτώχειας. Απ’ την άλλη η μονοκρατορία των ΗΠΑ, μέσα από αυξανόμενη ένταση του φετιχισμού των κεφαλαίων της, έχει αρχίσει να δείχνει πως δεν είναι δυνατή η συγκράτηση των κρίσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα, τις οποίες, όμως, εκτονώνει με περιφερειακούς πολέμους. Παρόλα αυτά οι κρίσεις μέχρι σήμερα τιθασεύονται ή συγκρατούνται με αξιοθαύμαστο τρόπο ο οποίος πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο οικονομικής μελέτης.
[13] Η θεώρηση του ευρωκομμουνισμού για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό δεν διαφέρει σε τίποτε από τις θέσεις της 2ης Διεθνούς όπως εξελίχθηκαν μετά το 1914. Η ευαισθησία του ευρωκομμουνισμού σε θέματα δημοκρατικής διαδικασίας τον οδήγησε σε ουσιαστική απόρριψη του υλισμού.
[14] Τα βίαια γεγονότα θα επέλθουν όχι γιατί το είπε ο Λένιν αλλά γιατί το φωνάζει η κοινή λογική: Ακόμη και ο ίδιος ο αστικός νόμος δίνει στον ιδιοκτήτη δικαίωμα βίαιης αντίδρασης – αυτοδικίας σε περίπτωση παραβίασης της ιδιοκτησίας του (Αστικός Κώδικας άρθ. 985). Αξίζει η υπενθύμιση ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν, σε γενικές γραμμές, αναίμακτη, παρόλο που είχε ληφθεί απόφαση για ένοπλη εξέγερση. Ο Εμφύλιος Πόλεμος που οργανώθηκε από τη ρωσική αστική τάξη και την Αντάντ υπήρξε το αιματηρό γεγονός.
[15] Η αποδόμηση του Κοινωνικού Κράτους καταγγέλλεται από τα αριστερά κόμματα των σκανδιναβικών χωρών (βλ. http://www.kpid.dk/Ny/index.htm, http://www.dkp.dk/, http://www.dkp-ml.dk/, http://www.skp.fi/, http://www.nkp.no/e-index.html, http://www.akp.no/spraak/index.htm, http://www.skp.se/, http://www.vansterpartiet.se/).
[16] Τι να κάνουμε, 1984, σελ. 55.
[17] Ήδη και σήμερα η χαμηλή, σε σχέση με τον κοινοτικό μέσο όρο, οργανική σύνθεση του ελληνικού καπιταλισμού αντιλαμβάνεται την ανταγωνιστικότητα ως συμπίεση του μεροκάματου.
[18] Η μαρξιστική «ορθοδοξία» (και όχι ο μαρξισμός) έχει ανατραπεί από την πραγματικότητα αλλά για άλλους λόγους, που δεν είναι του παρόντος. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κύριο στοιχείο της ανατροπής του «δόγματος» είναι η θεολογική τάση τμήματος του μαρξισμού προς τη μελλοντολογία, η οποία δεν στηρίζεται στον υλισμό και φέρει κυρίως ιδεαλιστικές επιρροές. Κατ’ αυτό τον τρόπο έρχονται σε αντίθεση με την πραγματικότητα προβλέψεις όπως η απόλυτη εξαθλίωση της εργατικής τάξης, η επαναλαμβανόμενη πολεμική σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων του ιμπεριαλισμού, το σάπισμα του ιμπεριαλισμού και η εξ αυτού αδυναμία του να εξελίξει τις παραγωγικές δυνάμεις (η ανάπτυξη της πληροφορικής είναι η μεγάλη τεχνολογική επανάσταση του ιμπεριαλισμού).
[19] Κομμουνιστικό Μανιφέστο, σελ. 34.
[20] Για άλλη μια φορά θα τονιστεί ότι το αυθόρμητο των εργαζομένων δεν έχει λαθέψει. Η δημόσια ιδιοκτησία του Κρατικού Μονοπωλιακού Καπιταλισμού αποτελεί ανώτερο στάδιο εξέλιξής του και διευκολύνει το πέρασμα στην κοινωνική ιδιοκτησία μετά τη νίκη του σοσιαλισμού. Γι’ αυτό και οι εργαζόμενοι (πρέπει να) τάσσονται εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων που αποτελούν οπισθοδρόμηση στις παραγωγικές σχέσεις. Περαιτέρω η εργοδοσία στις κρατικές επιχειρήσεις είναι περισσότερο απρόσωπη και έτσι οι εργαζόμενοι μπορούν να επιτύχουν καλύτερους εργασιακούς όρους.
[21] Η σοσιαλδημοκρατία εκπροσώπησε ανερχόμενες μερίδες των αστικών τάξεων της Ευρώπης που είχαν ανάγκη, για την ανάπτυξή τους, τις κρατικές επιχειρήσεις, οι οποίες ανέλαβαν επενδύσεις υψηλού επιχειρηματικού κινδύνου. Μετά την πραγματοποίηση των επενδύσεων αυτών και αφού έπαιξαν το ρόλο τους στη στήριξη των ανερχόμενων μερίδων, για όσες απ’ αυτές επιβίωσαν ήρθε η στιγμή της απόδοσής τους στους πραγματικούς ιδιοκτήτες τους: στο ατομικό κεφάλαιο μέσω των ιδιωτικοποιήσεων.
[22] Το παράπονο αυτό θυμίζει την περίπτωση της οικονόμας μοδίστρας Αγνής με το παράδειγμα της οποίας περιπαίζει ο Λένιν τον Κάουτσκι.
[23] Κομμουνιστικό Μανιφέστο, 1984, σελ. 33 «Αν είναι επαναστατικές είναι σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο».
[24] Πρέπει ιδιαίτερα να σημειωθεί ότι, παρόλο που στα κείμενά τους τα αριστερά κόμματα και ομάδες χρησιμοποιούν τον όρο «καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση» στο προφορικό λόγο των εκπροσώπων τους χρησιμοποιείται συνήθως ο όρος αταξικά, δηλαδή χωρίς τον προσδιορισμό του αστικού – ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της.
[25] Ενδεικτικά: Κουρτ Γκοσβάιλερ, Αναθεωρητισμός και σοσιαλισμός, αναδημοσίευση ΚΟΜΕΠ 2/05, σελ. 161.
[26] Το πώς θα πειστούν οι εργαζόμενοι ότι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής είναι άμεσο και ζωτικό συμφέρον τους αποτελεί και το κύριο πρόβλημα για την ταξική συνειδητοποίησή τους.
[27] Π.χ. διενέργεια δίκαιης δίκης σε περίπτωση αντιδικίας με την Εκκλησία, κατάρριψη των διακρίσεων λόγω θρησκεύματος κλπ.
[28] Η ρύθμιση της απαλλοτρίωσης αξίζει να γίνει πρακτικά αντιληπτή. Οι εργαζόμενοι μέσω της πιστωτικής πολιτικής αποκτούν ιδιόκτητο ακίνητο για να στεγαστούν, το οποίο, βεβαίως, δεν αποτελεί μέσο παραγωγής. Αντί να πληρώνουν ενοίκιο πληρώνουν δόση δανείου. Κατά την εξόφληση θα καταβάλουν σχεδόν το διπλάσιο της αξίας του δανείου, επομένως και του ακινήτου. Η έννοια της δίκαιης αποζημίωσης είναι ελαστική και έχει κριθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι δεν αποτελεί πλήρη αποζημίωση αλλά εύλογη (κατ’ αυτό τον τρόπο αποζημιώθηκε ο Γκλίξμπουργκ με 11 εκ. Ευρώ αντί αναγνωρισθείσας από το Δικαστήριο περιουσίας του 100 εκ. Ευρώ). Έτσι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης του ακινήτου του υπάρχει εγγύηση μόνο για δίκαιη και όχι πλήρη αποζημίωση και κατ’ αυτό τον τρόπο ο εργαζόμενος μπορεί να βρεθεί ξεσπιτωμένος και να είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου του, μη έχοντας τη δυνατότητα να το εξοφλήσει με λήψη της αποζημίωσης, αν και κατά την ορθότερη άποψη, που όμως κανείς δεν εγγυάται την εφαρμογή της, το ελληνικό σύνταγμα ρυθμίζοντας ειδικότερα το ίδιο θέμα θα πρέπει να θεωρείται ότι υπερισχύει του ευρωσυντάγματος, το οποίο όμως υπερισχύει του ελληνικού! Μ’ αυτό τον τρόπο προωθείται η συγκέντρωση της γης σε ακόμη λιγότερα χέρια με βίαιο τρόπο.
[29] Η ελληνική επιφύλαξη επί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αναφέρεται στο μη σεβασμό του δικαιώματος των (Ελλήνων) γονέων να λαμβάνονται υπόψη οι φιλοσοφικές αντιλήψεις τους κατά την εκπαίδευση των τέκνων τους. Η επιφύλαξη είχε τεθεί κατά το έτος 1952 ώστε να αφαιρεθεί αυτό το δικαίωμα από τους αριστερούς. Η χούντα κατήγγειλε τη συνθήκη και με την μεταπολίτευση επικυρώθηκε εκ νέου αλλά διατηρήθηκε η επιφύλαξη.
[30] Ο καπιταλισμός του ευρωπαϊκού Βορρά ενώ πρωτοπορεί στην τεχνολογία αιχμής, κυρίως στις επικοινωνίες και την αυτοκινητοβιομηχανία, έχει μεταφέρει μεγάλο μέρος της υλικής του παραγωγής στην Ανατολική Ασία με αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας και της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Σημείωση: Το άρθρο αυτό γράφτηκε στις 19-5-05 και στάλθηκε για δημοσίευση στην ΚΟΜΕΠ αλλά δεν δημοσιεύτηκε

14/11/2007 - Posted by | Πολιτική, βεβαίως!

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: