Για το σοσιαλισμό και στον 21ο αιώνα!

For the socialism in the 21st Century too!

Οι ζωές των άλλων: Αλήθειες & ψέματα

Μια κινηματογραφική κριτική από μη ειδικό με κόκκινο αλατοπίπερο

Αυτές τις μέρες είδα (επιτέλους) τις «Ζωές των άλλων», ένα εξαιρετικά αντικομουνιστικό φιλμ, που επιχειρήθηκε να γίνει σύμβολο σε όλο το πολιτικό αντισοβιετικό φάσμα της Χώρας, από την ακροδεξιά μέχρι την ακροαριστερά, ιδιαίτερα δε εκτιμήθηκε από την αντισοβιετική Αριστερά και τη Σοσιαλδημοκρατία παρά από τη Δεξιά. Δεν πήγα να το δω στις αίθουσες επίτηδες. Δεν ήθελα να καταγραφώ στα εισιτήρια, δηλαδή να αποτελέσω μέρος της εισπρακτικής του επιτυχίας. Αντίθετα το πήρα από το βίντεο κλάμπ για να το δω και να το σπάσω με το dvd-ripper, ως συνειδητός οπαδός της κατάργησης της πνευματικής ιδιοκτησίας.
Η θεματολογία εξαιρετικής σύλληψης: Ένας χαφιές ο οποίος τελικά ανακαλύπτει τις ευαίσθητες χορδές του, γνωρίζει την πραγματική ζωή και τελικά σώζει τους παρακολουθούμενους. Οι ερμηνείες επίσης εξαιρετικές, όπως και η σκηνοθεσία, η οποία επιτυγχάνει τους στόχους της, δηλαδή τον πολιτικό της στόχο, να συκοφαντήσει το καθεστώς της Αν. Γερμανίας αλλά και τον αισθητικό της στόχο, δηλαδή να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και να τον κάνει να ταυτιστεί με τους πρωταγωνιστές.
Ο ιδιαίτερα ταλαντούχος νεαρός σκηνοθέτης Florian Henckel von Donnersmarck, όπως φαίνεται και από το επώνυμό του, προέρχεται από τη γερμανική αριστοκρατία και δεν είναι διόλου παράξενο που φτιάχνει μια ταινία εναντίον του κράτους που στέρησε από την τάξη του τα προνόμιά της, τις απέραντες εκτάσεις της και τους πύργους της.
Είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί η πολιτική μου θέση απέναντι στην αστυνομία και τη λειτουργία της: Θεωρώ ότι η αστυνομία ως δύναμη καταστολής αποτελεί όργανο της κοινωνικής τάξης που κυβερνά και ο σκοπός της επιτυγχάνεται με την παραβίαση της προσωπικής ζωής των πολιτών. Γι’ αυτό το λόγο η ίδια η φύση και λειτουργία ενός κατασταλτικού μηχανισμού αποτελεί κοινωνική επιβάρυνση. Μάλιστα στην Αρχαία Αθήνα η αστυνομική καταστολή θεωρούνταν ιδιαίτερα εξευτελιστική για τους ελεύθερους πολίτες, και γι’ αυτό επιτελούνταν από δούλους, τους ραβδούχους. Σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, όμως, που σκοπό έχει να καταργήσει την πάσης φύσεως οικονομική εξάρτηση θα καταργηθεί και η έννοια της εξευτελιστικής εργασίας, το περιεχόμενο της οποίας θα βαρύνει συνολικά την κοινωνία. Γι’ αυτό σε μια τέτοια κοινωνία οι αστυνομικοί, όπως και γενικότερα οι παρόμοιοι διαχειριστές της δημόσιας εξουσίας, για όσο καιρό υφίσταται η ανάγκη ύπαρξής τους, πρέπει να αναδεικνύονται επί θητεία από την ίδια την κοινωνία και μάλιστα με ένα σύστημα μάλλον περιτροπής παρά εκλογής, δηλαδή η ίδια η κοινωνία οφείλει ν’ αναλαμβάνει το βάρος της εσωτερικής της ασφάλειας και να μη την εκχωρεί σε μόνιμους διαχειριστές, ώστε να μη δίνεται η ευκαιρία να δημιουργηθούν προνομιούχα στρώματα. Υπ’ αυτή την έννοια είμαι αντίθετος με την υπηρεσιακή μονιμότητα που διέκρινε τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του κατασταλτικού μηχανισμού των Χωρών που προσπάθησαν να οικοδομήσουν το σοσιαλισμό, όπως αυτός αναδείχθηκε ιστορικά. Συνεπώς δεν θα δικαιολογήσω ένα εργατικό κράτος κατά το μέρος που, έχοντας αμφιβολίες για τη λαϊκή στήριξη και νομιμοποίησή του και ως εκ τούτου στηριζόμενο σε μια υπαλληλική γραφειοκρατία, μετέρχεται «αθέμιτων» μεθόδων, προκειμένου να επιβιώσει, διότι ακριβώς δημιούργησε και στηρίχτηκε σε ένα μάλλον προνομιούχο κοινωνικό στρώμα. Η θέση αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με τη σημερινή μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων, διότι η άσκηση της εξουσίας και η απειλή της ανεργίας στη Χώρα μας λειτουργεί διαφορετικά.
Ύστερα απ’ αυτή τη διευκρίνιση, ας προχωρήσουμε παραπέρα.
Η ταινία ισχυρίζεται ότι βασίζεται σε πραγματικά αρχεία της Στάζι. Αυτό δεν μπορεί να είναι απολύτως αληθές. Τα πραγματικά αρχεία μπορούν να είναι μόνο οι «αναφορές» των πρακτόρων. Όμως η απαξίωση του καθεστώτος έρχεται από στοιχεία εκτός των αναφορών. Ο πράκτορας υποτίθεται ότι είναι ένας μοναχικός τύπος, που σχεδόν από βίτσιο παρακολουθεί. Προκύπτει αυτό από τα αρχεία; Όχι βέβαια! Δεν έχει ανθρώπινες σχέσεις παρά μόνο αναγκάζεται να συναναστρέφεται με πόρνες για να ικανοποιήσει τις προσωπικές σεξουαλικές και συναισθηματικές του ανάγκες και μάλιστα παρόλο που η πορνεία ήταν παράνομη στην Αν. Γερμανία, αυτός παραβαίνει τα καθήκοντά του για πάταξή της και δέχεται πορνικές υπηρεσίες. Κι αυτή η θέση προκύπτει από κάποιο αρχείο; Δεν προκύπτει, είναι προφανές. Ο πράκτορας ειδοποιεί τον παρακολουθούμενο συγγραφέα βραχυκυκλώνοντας το σήμα του τηλεφώνου του τελευταίου για να προσέξει ότι η ερωμένη του θα βγει από το αυτοκίνητο του ερωτύλου Υπουργού. Από ποιο αρχείο της Στάζι προκύπτει αυτό; Προφανώς από κανένα. Η ίδια η κεντρική ιδέα του έργου, δηλαδή το πάθος του διεφθαρμένου Υπουργού Πολιτισμού να κατακτήσει την ερωμένη του συγγραφέα και διάσημη ηθοποιό δεν προκύπτει από κανένα αρχείο της Στάζι, η οποία, προφανώς, έλαβε εντολή για διερεύνηση αντικαθεστωτικών ενεργειών και δεν θα ήταν δυνατό να λάβει καταγεγραμμένη εντολή ξεκαθαρίσματος ερωτικών λογαριασμών. Επομένως η βασική σύλληψη της ταινίας, δηλαδή η παρακολούθηση του συγγραφέα ώστε να παγιδευτεί και να διακόψει τη σχέση του με την ερωμένη του και να αφήσει ελεύθερο το πεδίο στον ερωτύλο Υπουργό Πολιτισμού, δεν προκύπτει από κανένα αρχείο της Στάζι αλλά από την λογοτεχνική φαντασία του δημιουργού της ταινίας, η οποία όμως παρουσιάστηκε από τον ίδιο το σκηνοθέτη όχι ως φαντασία αλλά ως πραγματικότητα.
Συνεπώς αποτελεί μέγα ψέμα ότι η ταινία βασίζεται στα αρχεία της Στάζι. Η αλήθεια είναι ότι εκμεταλλεύεται προσχηματικά τα αρχεία της Στάζι από μια παρακολούθηση ενός πνευματικού ανθρώπου της Αν. Γερμανίας, που, καλώς ή κακώς, κρίθηκε ύποπτος για φιλοδυτική δραστηριότητα, για να οδηγηθεί ο θεατής στα συμπεράσματα που θέλει ο δημιουργός της, δηλαδή στην απαξίωση του καθεστώτος αυτής της Χώρας, σε μια χρονική στιγμή που οι ανατολικοί αρχίζουν να το νοσταλγούν.
Τίθεται, λοιπόν, το ηθικό ερώτημα: Είναι θεμιτή ή αθέμιτη η παρακολούθηση της προσωπικής ζωής των πολιτών μιας κοινωνίας; Την απάντηση τη δίνει η ίδια η ιδέα του κράτους ως καταπιεστικού μηχανισμού, την δίνει σήμερα ο Πλανητάρχης σε παγκόσμιο επίπεδο και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου σε εθνικό: Η προσωπική ζωή είναι απαραβίαστη μόνο όταν δεν απειλεί το κράτος, δηλαδή την κοινωνική τάξη που κυβερνά και την οργάνωσή της. Το είπε ο Μπους με τον Πατριωτικό Νόμο, το δήλωσε πρόσφατα ο Εισαγγελέας Σανιδάς για τη χρήση των καμερών που για άλλο σκοπό αγοράστηκαν και για άλλο σκοπό χρησιμοποιούνται, όπως άλλωστε ήταν εξ αρχής βέβαιο ότι θα συνέβαινε. Συνεπώς η ηθικολογική θέση του απαραβίαστου της προσωπικής ζωής μπορεί να έχει θέση μόνο σε μια κοινωνία που θα εξαλειφθούν οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις, δηλαδή σε μια κοινωνία που θα εξαλειφθεί το κράτος ως μορφή άσκησης εξουσίας της κοινωνικής τάξης που κυβερνά, κάτι που δεν προβλέπεται να συμβεί ούτε στο άμεσο αλλά ούτε και στο απώτερο ορατό μέλλον. Γι’ αυτό και η θέση περί παρακολουθήσεων και προσωπικής ζωής όταν τίθεται ως ηθικό γενικό ερώτημα είναι στην πραγματικότητα υποκριτικό και παραβλέπει τον καταπιεστικό χαρακτήρα του κράτους. Το ερώτημα πρέπει να τίθεται διαφορετικά: Θέλω να παρακολουθούν την προσωπική μου ζωή εξαιτίας των κοινωνικών και οικονομικών μου αντιλήψεων ή δραστηριοτήτων; Τότε η απάντηση είναι αναμφίβολα ΟΧΙ αλλά πρέπει να συνδυάζεται με το ερώτημα: Τι κάνω για να καταστείλω την εις βάρος μου καταστολή;
Η ταινία, λοιπόν, συμπεραίνει ότι μόνο το ανατολικογερμανικό κράτος ήταν η έκφραση των δυνάμεων του «κακού». Συμπεραίνει ότι μόνο αυτό έκανε παρακολουθήσεις, ώστε να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι γενικά τα κράτη που οι εργαζόμενοι προσπάθησαν να οικοδομήσουν το σοσιαλισμό ήταν αστυνομικά κράτη. Αυτό είναι και το τεράστιο, το κραυγαλέο ψέμα της ταινίας, που προσπαθεί να παρουσιάσει μια φιλελεύθερη Δύση και μια καταπιεστική Ανατολή και αυτή η ίδια η ταινία διαψεύδεται από την πραγματικότητα, διαψεύδεται από το Γκουαντανάμο, διαψεύδεται από τα εξευτελιστικά μέτρα ασφάλειας στα αεροδρόμια, διαψεύδεται από τις κάμερες που βρίσκονται παντού στο δυτικό κόσμο. Γι’ αυτό και ο χρόνος που γυρίστηκε και βραβεύτηκε η ταινία είναι ιδιαίτερα κρίσιμος, δεδομένου ότι ήδη σήμερα κλιμακώνεται η παραβίαση της προσωπικής ζωής των εργαζομένων από τις ΗΠΑ, τους συμμάχους τους και τους πρόθυμους συνοδοιπόρους τους, ασχέτως δε αν υπήρχε σκοπιμότητα για τον χρόνο, δικαιολογείται με τον καλύτερο τρόπο η παραβίαση εκ μέρους της Δύσης των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο μέσα από τη σκέψη: Κοιτάξτε, εμείς μπορεί να σας παρακολουθούμε αλλά στις σοσιαλιστικές χώρες τα πράματα ήταν πολύ χειρότερα. Γι’ αυτό και πρέπει να μας δικαιολογήσετε για να μην έρθει εκείνο το στυγνό καθεστώς.
Γιατί σχεδόν είκοσι χρόνια μετά; Διότι μετά τον αρχικά κατευθυνόμενο ενθουσιασμό, ότι τάχα με την ενοποίηση της Ευρώπης θα λυθούν τα προβλήματα των εργαζομένων και θα φάμε με χρυσά κουτάλια, τα προβλήματα όχι μόνο δεν λύθηκαν αλλά επιδεινώθηκαν. Η ανεργία καλπάζει, τα ασφαλιστικά συστήματα οδηγούνται στην κατάρρευση, οι εργασιακές σχέσεις έχουν ελαστικοποιηθεί χάριν της θεοποιημένης ανταγωνιστικότητας, η φτώχεια χτυπά την πόρτα όχι μόνο των μισθωτών αλλά και των μεσοαστικών στρωμάτων που συμπιέζονται, όσο και αν δεν θέλουν να το παραδεχτούν. Στην Αν. Γερμανία η ανεργία κυμαίνεται μεταξύ του 15% και 25% ανάλογα με το κρατίδιο και μια τάση νοσταλγίας έχει καταλάβει αυτούς που έζησαν στο προηγούμενο οικονομικό σύστημα (παραβλέποντας μάλιστα και αυτές τις ίδιες παρακολουθήσεις και το αποδεδειγμένο δίκτυο των 200.000 πληροφοριοδοτών, το οποίο βέβαια δεν είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ελληνικό). Το 73% των ανατολικογερμανών πιστεύει ότι η κριτική του Μαρξ για τον καπιταλισμό είναι ορθή. Οι καλλιτέχνες που κάποτε, ελλείψει πνευματικών δικαιωμάτων, αμείβονταν με μισθό, τώρα ούτε μισθό έχουν ούτε, κατά τη συντριπτική τους πλειοψηφία, μπορούν να πουλήσουν την πνευματική τους εργασία. Αντίθετα συμπιέζονται από τις δυνάμεις της Αγοράς και οδηγούνται στην ανεργία και την καλλιτεχνική ανυπαρξία, στην οποία δεν τους οδηγεί το πάθος και ο εκβιασμός ενός αδίστακτου Υπουργού, που μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να υφίσταται, αλλά η ίδια η Αγορά που αποτελεί τον κανόνα.

Σημείωση: Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο «Νομικό Λόγο», περιοδικο του Δικηγορικού Συλλόγου Αλεξ/πολης, στο τεύχος Οκτωβρίου ’07· δημοσιεύεται επίσης και στην τοπική εφημερίδα «Πολίτης της Θράκης» την 14-11-07.

14/11/2007 - Posted by | Πολιτική, βεβαίως!

1 σχόλιο »

  1. ΄Εστω κι αργά, συγχαρητήρια Αντρέα, για την ουσιαστική και μεστή σου ανάλυση! Μόνο ένα σχόλιο έχω να προσθέσω, αφού με καλύπτεις πλήρως: Τρανή επιβεβαίωση των όσων γράφεις έιναι η ΜΟΝΟΛΙΘΙΚΗ «θριαμβευτική κριτική» σε όλα τα ΜΜΕ, blogs κλπ της Ελλάδας! Μόνο ο φουκαράς ο Δανίκας «τόλμησε» και του την έπεσαν σύσσωμοι! Αλλά η «τιμωρία» τους ήταν η «απολογία» του, στον «Ταχυδρόμο». ΚΑΝΕΝΑΣ δεν κατάλαβε ότι τους δούλεβε χοντρά!!! Εκτός των άλλων, για να σ’ αρέσει ο καπιταλισμός χρειάζεσαι μια γερή δόση βλακείας! Φιλάκια, καλή χρονία και κουράγιο, Χρήστος

    Σχόλιο από Χρ. Φωτιάδης | 09/01/2008 | Απάντηση


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: