Για το σοσιαλισμό και στον 21ο αιώνα!

For socialism in the 21st Century too!

Δυο κείμενα για το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ

ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΑΠΕΘΑΝΕ, ΖΗΤΩ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

(για την πολιτική των συμμαχιών)

Η αντίληψη που κυριαρχεί για την αντιμετώπιση των λοιπών δυνάμεων της Αριστεράς από το ΚΚΕ είναι η οπορτουνιστική αναφορά τους· μ’ αυτή την άποψη πορεύτηκε για την επίτευξη της στρατηγικής της συγκρότησης Λαϊκού Μετώπου, δηλαδή της σύμπραξης πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων με στόχο την κοινή αντιμονοπωλιακή & αντιμπεριαλιστική δράση.

Η στρατηγική των Μετώπων για τη συσπείρωση των λαϊκών τάξεων υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένη σ’ όλη την πορεία του εργατικού κινήματος. Κοινό χαρακτηριστικό όλων ήταν η ύπαρξη οργανωτικής συγκρότησης, δηλαδή οργανώσεων βάσης και εκλεγμένης ηγεσίας μέσα από συγκεκριμένη θεσμική διαδικασία, στενότερη ή ευρύτερη.

Σε μια πολιτικά οργανωμένη ταξική κοινωνία είναι αδύνατον οι κοινωνικές τάξεις να μην εκφράζονται από κόμματα, είτε αυτοτελώς είτε μέσω πολιτικών συμμαχιών, τούτο διδάσκει ο ιστορικός υλισμός, μάλιστα δε η άποψη αυτή γίνεται δεκτή από ορισμένους εξωμαρξιστικούς ή ημιμαρξιστικούς πολιτικούς κύκλους. Τα μαρξιστικά κόμματα θεωρούν τον εαυτό τους κόμματα ταξικά, εκφραστές της εργατικής τάξης, και ότι τα υπόλοιπα αριστερά κόμματα εκφράζουν άλλες τάξεις ή στρώματα, λόγω των αστικών επιρροών τους. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην Ελλάδα: Οι κοινωνικές τάξεις εκφράζονται πολιτικά από κόμματα που έχουν ονοματεπώνυμο και τούτο φαίνεται άμεσα στο πολιτικό πρόγραμμά τους.

Κατά συνέπεια, όταν προσδιορίζεται ως στρατηγική η δημιουργία Μετώπου, είναι σαφές ότι αυτό δεν συγκροτείται μόνο από διαδικασίες βάσης, δηλαδή την κινητοποίηση των κοινωνικών τάξεων μέσα στους βιοτικούς χώρους τους αλλά και μέσα από διαδικασίες εποικοδομήματος, που υλοποιούν την πολιτική έκφρασή τους. Ιστορικά, μάλιστα, τα Μέτωπα συγκροτήθηκαν κυρίως από διαδικασίες κορυφής παρά βάσης. Οι κοινωνικές τάξεις που επιδιώχθηκε να συσπειρωθούν από τα Λαϊκά Μέτωπα ήταν οι μισθωτοί, οι μικροπαραγωγοί αγρότες, οι μικροεργοδότες & αυταπασχολούμενοι της πόλης, και οι διανοούμενοι, ενώ στον χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης καπιταλισμό συμπεριλαμβανόταν και η “εθνική αστική τάξη”.

Από το 1996 δεν κατέστη δυνατή η συγκρότηση Μετώπου ως πραγματικού και οργανωμένου πολιτικού σχηματισμού. Η συγκρότηση του Μετώπου ήταν επόμενο να αποτύχει διότι το ΚΚΕ, αν και όρισε τα κοινωνικά στρώματα που θα το συγκροτούσαν, απέφυγε, κατά διαλεκτική υπέρβαση, να ορίσει και τους πολιτικούς εκφραστές τους, καθώς θα ήταν αντιφατικό να αποδεχτεί α) για τον εαυτό του, που του επιφυλάσσει την έκφραση των συμφερόντων της εργατικής τάξης, ότι επιπλέον εκφράζει και διαφορετική τάξη από την εργατική, β) για τα άλλα τμήματα της Αριστεράς ότι απομένει η έκφραση των μικροαστικών στρωμάτων, για το ΣΥΝ των ανερχόμενων και τμήματος της εργατικής αριστοκρατίας, ο οποίος οδηγείται συνεπώς σε αποκλεισμό το Μέτωπο, τη “ΡΙΖ.Α.” (εκ του ΣΥΡΙΖΑ) των φθινόντων και το ΜΕ.Ρ.Α. των άρτι “εκπεσόντων” στην τάξη του προλεταρίου. Με τέτοια, όμως, παραδοχή θα όφειλε να έλθει σε διαπραγμάτευση με ορισμένα τμήματα της Αριστεράς προκειμένου να εκπληρώσει τη στρατηγική του, γεγονός για το οποίο έδειξε ιδιαίτερη απροθυμία για λόγους που δεν αναλύονται στην παρούσα λόγω έλλειψης χώρου.

Η απουσία διαλόγου δείχνει ότι η επιθυμία για τη συγκρότηση του Μετώπου υπήρξε λιγότερο ειλικρινής σε σχέση με το ψηφισμένο πρόγραμμα, στην πραγματικότητα το ΚΚΕ όχι μόνο δεν επεδίωξε να συγκροτήσει το Μέτωπο, αντίθετα επεδίωξε το ιδεολογικό και οργανωτικό του ξεκαθάρισμα, που ίσως δικαιολογείται ως αναγκαιότητα της 10ετίας του ‘90 όχι όμως και του 2000.

Αποτέλεσμα της απουσίας διαλόγου για τη δημιουργία του Μετώπου ήταν να περιοριστεί το ΠΑΜΕ, που ιδρύθηκε ως Μέτωπο, και να απολέσει δυνάμεις που αρχικά συσπείρωσε (ΔΗΚΚΙ, ΑΚΟΑ) απομακρύνοντας οποιαδήποτε προοπτική Μετώπου. Η τακτική των ξεχωριστών συγκεντρώσεων αποδείχτηκε αναποτελεσματική, το ΠΑΜΕ απέτυχε, κατά το υπερβολικά μεγάλο διάστημα της δεκαετίας, να συσπειρώσει την εργατική τάξη, η οποία στις κρίσιμες ώρες (ασφαλιστικό) προσέτρεξε στις συγκεντρώσεις της ΓΣΕΕ, αποκλείοντας από το ΠΑΜΕ, που συσπείρωσε το πιο μαχητικό τμήμα εργαζομένων, τη δυνατότητα να ζυμώσει τις θέσεις του σε ευρύτερο κύκλο, αποκόπτοντάς το από τα πρωτοβάθμια σωματεία στα οποία ήταν μειοψηφία.

Στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται μέσα από το βάθεμα της οικονομικής κρίσης, η ανατροπή του καπιταλισμού είναι ενδεχόμενο εγγύτερο απ’ ό,τι πολλοί αναλυτές και κόμματα νομίζουν, δυστυχώς όμως για τη ραστώνη μας δεν θα ανατραπεί αυτόματα. Αυτό που απαιτείται να πραγματοποιηθεί είναι η συγκρότηση ενός νέου εργατοαγροτικού Μετώπου με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, ουσιαστικού αυτή τη φορά, με οργανωτική δομή και εκλεγμένη ηγεσία, που δεν θα χαϊδεύει τ’ αυτιά των μικροαστών αλλά θα δημιουργεί τους όρους για την ανατροπή του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση της πολυκομματικής εργατικής εξουσίας. Σ’ αυτό το Μέτωπο οι μικροεργοδότες θα προσχωρήσουν ως φθίνουσα τάξη χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης, η δε άμεση στόχευσή του θα είναι η ενεργοποίηση των εργαζομένων στους τόπους δουλειάς με τη δημιουργία και λειτουργία επιχειρησιακών σωματείων, την υποχρεωτική εναλλαγή προσώπων στη διοίκησή τους και με πολιτικό στόχο την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Το Μέτωπο πρέπει να είναι οργανωμένο κυρίως σε οριζόντια παρά σε πυραμιδωτή βάση, εκμεταλλευόμενο τις δυνατότητες οργάνωσης και κινητοποίησης μέσω των νέων μορφών επικοινωνίας, οι οποίες αποδείχτηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικές στις τελευταίες διαμαρτυρίες για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, με ζυμώσεις, άμεση δημοκρατία & επικοινωνία όλων μελών του, συγκροτημένου από πολιτικές δυνάμεις που αποδέχονται ρήξη με τον καπιταλισμό αντί του νεοφιλελευθερισμού, οι οποίες σήμερα υπάρχουν τόσο εντός του ΣΥΡΙΖΑ όσο και εντός του ΜΕΡΑ.


Το ανωτέρω άρθρο αυτό στάλθηκε στην Επιτροπή Προετοιμασίας Συνεδρίου ως συμβολή στον προσυνεδριακό διάλογο του ΚΚΕ.

Edit: Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη στο φύλλο της 30-1-2009.

—————————————————————————————-

—————————————————————————————-

ΓΙΑΤΙ ΕΠΕΣΕ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ;

(μια περιορισμένη απάντηση που αφορά (σ)τη λειτουργία του εποικοδομήματος)

 

Το ερώτημα αυτό ταλανίζει το παγκόσμιο εργατικό κίνημα και είναι απολύτως απαραίτητο να απαντηθεί πειστικά[1], για να δώσει προοπτική στο αγώνα της εργατικής τάξης για το σοσιαλισμό της εποχής μας, να ξέρουν οι εργαζόμενοι γιατί θα αγωνιστούν και ποια μορφή θα έχει ο σοσιαλισμός ώστε να μην επανέλθει η σκλαβιά της μισθωτής εργασίας. Πειστική απάντηση δεν σημαίνει ότι θα γίνει αποδεκτή απ’ όλα τα τμήματα της Αριστεράς, τα οποία οφείλουν να μάθουν να συνυπάρχουν, ώστε ο κόσμος της εργασίας να έχει τη δυνατότητα να κριτικάρει στην πράξη τα εργατικά κόμματα. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απαντά ταυτόχρονα και στο τι σοσιαλισμό θέλουμε.

Με το διάλογο για την πορεία του σοσιαλισμού γίνεται ένα τεράστιο βήμα στην κατανόηση των συνθηκών που οδήγησαν στη σήψη και εν τέλει στην αναίμακτη ανατροπή του σοσιαλισμού, τον οποίο δεν υπεράσπισε η σοβιετική εργατική τάξη, σ’ αντίθεση με τη λυσσαλέα υπεράσπισή του και τις τεράστιες θυσίες κατά τον Β΄ΠΠ αλλά και πιο μπροστά, στον Εμφύλιο. Η αιτία που έπεσε ο Σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ και τις λοιπές ευρωπαϊκές Χώρες φαίνεται ξεκάθαρα αν απαντηθεί το ερώτημα «ποιος κατείχε τα μέσα παραγωγής». Πρέπει συνεπώς να μελετηθεί πρωτίστως η ταξική συγκρότηση της σοβιετικής κοινωνίας, κατά πόσο οι σχέσεις παραγωγής υπήρξαν ανταγωνιστικές και πώς εκφραζόταν αυτή η σύγκρουση στο πολιτικό εποικοδόμημα.

Ο ρόλος των κομμάτων και των παρατάξεων, στα πλαίσια της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης της οικονομικής βάσης και του εποικοδομήματός της, είναι θεμελιώδης. Τα κόμματα (και οι παρατάξεις) αποτελούν την πολιτική έκφραση κοινωνικών τάξεων και αντιστρόφως οι κοινωνικές τάξεις είναι αδύνατο να παραμείνουν χωρίς πολιτική εκπροσώπηση· γι’ αυτό επιδρούν σημαντικά στις σχέσεις παραγωγής ορίζοντας το πλαίσιο στο οποίο κινούνται.

Στην ΕΣΣΔ πραγματοποιήθηκε και εξελίχθηκε η κοσμοϊστορική προσπάθεια της εργατικής τάξης για την εδραίωση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, με το πέρασμα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής στην εργατική τάξη συνολικά. Η μοναδική αιτία της διάβρωσης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής ήταν η ύπαρξη ανταγωνιστικών τάξεων[2] που επεδίωκαν να καρπώνονται για λογαριασμό τους την παραγωγή. Αφού η ΕΣΣΔ ξεπέρασε τη θεμελιώδη αντίθεση του καπιταλισμού κεφαλαίου – εργασίας βρέθηκε μπροστά σε άλλες αντιθέσεις που η πολιτική οικονομία της[3] τις βάφτισε μη ανταγωνιστικές ενώ στην πραγματικότητα ήταν: την αντίθεση χειρωνακτικής – πνευματικής εργασίας[4] και δευτερευόντως την αντίθεση πόλης – χωριού[5]. Σε μια ΕΣΣΔ κατεστραμμένη δύο φορές, την πρώτη από τον Α΄ΠΠ και τον Εμφύλιο και τη δεύτερη από το Β΄ΠΠ υπήρξε αναγκαία η επικράτηση της πνευματικής εργασίας πάνω στη χειρωνακτική, ώστε να οργανωθεί η παραγωγή. Πάνω σ’ αυτή την αντίθεση δομήθηκε ένα νέο στρώμα της εργατικής τάξης της ΕΣΣΔ, η εργατική αριστοκρατία, αποτελούμενη, όπως και στον καπιταλισμό, από εργαζόμενους οι οποίοι έχουν αποκοπεί από την παραγωγή έχοντας συμφέρον να μη επιστρέψουν σ’ αυτή, καθόσον θα χειροτερεύουν οι όροι διαβίωσής τους. Η εργατική αριστοκρατία διαμορφώθηκε ακριβώς διότι αλλοιώθηκε το σοβιετικό σύστημα διοίκησης, θεμέλιο του οποίου υπήρξε η παραγωγική μονάδα, η εκλογή και ο άμεσος έλεγχός των κρατικών οργάνων, χωρίς αυτά να αποκόπτονται από την παραγωγή[6]. Στα πρώτα σοβιέτ όλοι όσοι διαχειρίζονταν δημόσια εξουσία ήταν αιρετοί, από τους δημόσιους υπάλληλους, μέχρι τους δικαστές και από τους αξιωματικούς του στρατού έως τους διευθυντές των επιχειρήσεων[7]. Λόγω της επείγουσας ανάγκης δημιουργίας σοβιετικής βιομηχανίας και του επισιτισμού της εργατικής τάξης και όλα αυτά σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης, αλλοιώθηκε η λειτουργία των σοβιέτ, ώστε να επιβιώσει συνολικά η ΕΣΣΔ και οι μέχρι τότε εργατικές κατακτήσεις. Η αλλοίωση αυτή είχε ως συνέπεια το διορισμό διευθυντών στις επιχειρήσεις αντί της εκλογής, το προσωποπαγές των στρατιωτικών βαθμών, την ανάπτυξη εκτεταμένου μηχανισμού καταστολής αντισοβιετικών ενεργειών, την κατάργηση των αιρετών δικαστών και δημοσίων υπαλλήλων, τη θέσπιση καταναλωτικών προνομίων και προνομιακών κοινωνικών υπηρεσιών των κομματικών στελεχών. Η ΕΣΣΔ περνούσε μια ιδιαίτερα δύσκολη φάση, ο Εμφύλιος στην πραγματικότητα συνεχιζόταν σ’ όλη τη 10ετία του 20 και μέχρι την ολοκλήρωση της κολεκτιβοποίησης, υπήρχε άμεση ανάγκη στελέχωσης των επιχειρήσεων ώστε να είναι παραγωγικές και έπρεπε να περιφρουρηθούν οι κατακτήσεις των εργαζόμενων. Η μη πραγματοποίηση των ανωτέρω αναδιαρθρώσεων στο σοβιετικό διοικητικό σύστημα, οι οποίες αποτέλεσαν αναγκαία προσαρμογή στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, θα είχε ως συνέπεια την ανατροπή του σοσιαλισμού ήδη από τα ’30, η ΕΣΣΔ δεν θα έφτανε καν στον Β΄ΠΠ, οπότε ο διάλογος για το σοσιαλισμό θα είχε άλλο αντικείμενο, θα ήταν πράγματι για το «σοσιαλισμό που δε γνωρίσαμε». Αυτή η αναγκαία τακτική υποχώρηση δεν επισημάνθηκε ως τέτοια, με αποτέλεσμα να καταστεί μόνιμη. Έτσι τα διευθυντικά στελέχη της βιομηχανίας, τα ανώτερα στελέχη του διοικητικού μηχανισμού και των δυνάμεων καταστολής, που στη συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν ταυτόχρονα και κομματικά μέλη, από κοινού με τα ανώτερα κομματικά στελέχη που από τη φύση της θέσης τους ήταν επιφορτισμένα με επαγγελματική κομματική δουλειά, αποτέλεσαν την κοινωνική βάση της εργατικής αριστοκρατίας της ΕΣΣΔ που προήλθε, στην πλειοψηφία της, όχι από την ηττηθείσα αστική τάξη αλλά μέσα από τα σπλάχνα της εργατικής τάξης, δείχνοντας, ακριβώς, ότι η ταξική πάλη δεν σταματά όσο υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις.

Το πρόβλημα της καταστολής της εργατικής αριστοκρατίας επιχειρήθηκε να λυθεί στα ’30 με βίαιο τρόπο, ο οποίος αντικατόπτριζε την ανασφάλεια της νεαρής σοβιετικής εργατικής τάξης που προέκυπτε από το δυσμενή διεθνή συσχετισμό δυνάμεων αλλά και την απειρία της στην ταξική πάλη σε συνδυασμό με τις ιστορικές και πολιτιστικές της καταβολές. Όμως επειδή δεν αποκαταστάθηκε η πρωταρχική λειτουργία των σοβιέτ η εργατική αριστοκρατία αναγεννήθηκε, ως δοτή από τα πάνω και όχι ως εκλεγμένη από τη βάση με τα σοβιέτ, μεταλλαγμένα από παραγωγικά σε τοπικά, να παίζουν ρόλο τυπικού διεκπεραιωτή.

Η σοβιετική αριστοκρατία ήταν απολύτως φυσικό να εκφραστεί και πολιτικά· καθώς ο μόνος νόμιμος πολιτικός θεσμός ήταν το ΚΚ εκφράστηκε μέσα απ’ αυτό και μάλιστα πολύ εύκολα αφού ήδη το διοικούσε. Ο μονοκομματικός χαρακτήρας του εργατικού κράτους από κινητήρια δύναμη της νεαρής ΕΣΣΔ μετατράπηκε πολύ εύκολα και σε νεκροθάφτη του σοσιαλισμού και αποτέλεσε την θεμελιώδη αντίφαση του σοβιετικού εποικοδομήματος. Η σοβιετική εργατική τάξη δεν αντιλήφθηκε ότι μονοκομματισμός, ολοκληρώνοντας τον ιστορικό ρόλο της σταθεροποίησης της ΕΣΣΔ, έπρεπε να τερματιστεί αμέσως μετά τη νίκη του Β΄ΠΠ, ακριβώς λόγω της ανατροπής του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και της παγκόσμιας εργατικής τάξης, και να δοθεί η δυνατότητα στην εργατική τάξη να σχηματίζει κόμματα με σκοπό τη διαχείριση της δικτατορίας του προλεταριάτου κατά αποτελεσματικότερο τρόπο.

Ο μονοκομματισμός προέκυψε ως ιστορική αναγκαιότητα της επανάστασης[8], λόγω της πόλωσης που προκάλεσε ο Εμφύλιος και διαχώρισε ξεκάθαρα τα επαναστατικά από τα αντεπαναστατικά στοιχεία. Κατά την πρώτη περίοδο της επανάστασης θεωρούνταν αδιανόητη η λειτουργία μονοκομματικών Σοβιέτ[9], αντίθετα θεωρούνταν φυσιολογική η εναλλαγή στην εξουσία των σοβιετικών κομμάτων ως μοναδικός τρόπος άσκησης της σοβιετικής εξουσίας. Ο μονοκομματισμός, καθώς δεν είναι σε θέση να αποτρέψει την πολιτική έκφραση όλων των κοινωνικών τάξεων, οδήγησε σε μια σειρά εκκαθαρίσεων στα ’30 επί δικαίων και αδίκων, στην τελική άλωση του ΚΚ στα ‘50 από την εργατική αριστοκρατία, που σταδιακά μετατράπηκε σε αντεπαναστατική αστική τάξη, και την αναπόφευκτη λειτουργία φραξιών[10] που επιδίωκαν τη διατήρηση του εργατικού χαρακτήρα του ΚΚ.

Ξεπερνώντας τη μηχανιστική, και ουσιαστικά θεολογική, ερμηνεία του ιστορικού υλισμού, ότι τάχα κάθε τάξη μπορεί να εκφράζεται μόνο από ένα κόμμα[11], είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητό ότι ο μονοκομματισμός στην ΕΣΣΔ, αφού εκπλήρωσε τον ιστορικό ρόλο νίκης της επανάστασης, αποτέλεσε αναπόφευκτα μέσο πολιτικής έκφρασης της εργατικής αριστοκρατίας, που μεσοπρόθεσμα μετατράπηκε σε αστική τάξη, με συνέπεια την ήττα του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να διακηρυχθεί ότι στη μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία επιβάλλεται η λειτουργία πολλών εργατικών κομμάτων, όπως συνέβη στην Κομμούνα και στα πρώτα χρόνια των Σοβιέτ.


[1] Λένιν: Άπαντα, τ. 36, 172

[2] ContraΑπόφαση XVIIIΣυνεδρίου ΠΚΚ (μπ.) σε Πολιτική Οικονομία Ακαδ. Επιστ. ΕΣΣΔ έκδ. 1975, 537

[3] Πολιτική Οικονομία Ακαδ. Επιστ. ΕΣΣΔ έκδ. 1975, 450 επ. 542 επ.

[4] ό.π. 543, 649· ΚΟΜΕΠ 6/07, 150

[5] Πολιτική Οικονομία Ακαδ. Επιστ. ΕΣΣΔ έκδ. 1975, 542

[6] Σύνταγμα ΕΣΣΔ 1936, άρθρα 34, 94, 95

[7] Λένιν, Άπαντα, τ. 31: 5, 115, 162 επ., 195, 280, 430

[8] Στάλιν (!), Με αφορμή τη δήλωση του κ. Μόρισον, Ριζοσπάστης 21-12-03, Ένθετο 7 μέρες μαζί, 11: στην ιστορική ανέλιξη της ΕΣΣΔ το κόμμα των κομμουνιστών αποδείχτηκε το μοναδικό αντικαπιταλιστικό, λαϊκό κόμμα.

[9] Λένιν, Άπαντα, τ. 35: 45, 72, 263, 306, 307, σημ. 5· τ. 36: 92 & σημ. 47, 174, 207-208, 245, 250, 285 επ.,

[10] Ριζοσπάστης 7-5-00, 32: οι πρώτες οργανωτικές μορφές αντίστασης εμφανίστηκαν το 1990, στα πρόθυρα του 28ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ.

[11] Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, 294· Ένγκελς, Πρόλογος στο έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», 565, 575 (οι αριθμοί σελίδων από τη συλλογή Διαλεχτά Έργα, εκδόσεις Γνώσεις)

Πατήστε εδώ για να κατεβάσετε την τεκμηρίωση των παραπομπών.


Το ανωτέρω άρθρο αυτό στάλθηκε στην Επιτροπή Προετοιμασίας Συνεδρίου ως συμβολή στον προσυνεδριακό διάλογο του ΚΚΕ.

Edit:

1. Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη στο φύλλο της 31-1-2009.

2. Το κείμενο αυτό στάλθηκε και δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη χωρίς τις παραπομπές, λόγω περιορισμού του χώρου.



15/11/2008 - Posted by | Πολιτική, βεβαίως!

1 σχόλιο »

  1. Ενδιαφέροντα τα όσα λες φίλε Ανδρέα και αρκετά από αυτά σε σωστή κατεύθυνση.

    Οι όποιες (και είναι πολλές και σημαντικές) διαφωνίες που έχω με τις τοποθετήσεις σου, δεν έχουν τόση σημασία.

    Σημασία έχει η διαρκής και όσο το δυνατόν απροκατάληπτη αναζήτηση της πάντα υποκειμενικής αλήθειας και του πρακτέου και για το τελευταίο ομολογώ ότι έχω παντελή άγνοια.

    Γιατί – όπως σωστά έχει γράψει ο Ένγκελς – από την ιστορία, συνήθως, δεν μπορούμε να μάθουμε το τι πρέπει να πράξουμε, αλλά το τι δεν πρέπει να πράξουμε.

    Και η »Ε.Σ.Σ.Δ.» είναι ένα ιστορικό πεδίο, στο οποίο η παραπάνω ρήση ισχύει απολύτως.

    Όχι επειδή την έγραψε ο Ένγκελς (που έχει γράψει και πολλά άλλα, τα οποία ήσαν εσφαλμένα), αλλά επειδή έτσι είναι.

    Σχόλιο από Τάσος Αναστασόπουλος | 18/07/2009 | Απάντηση


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: