Για το σοσιαλισμό και στον 21ο αιώνα!

For socialism in the 21st Century too!

Καταχρηστικοί όροι & συμπεριφορές τραπεζών

Την 15-12-02 διεξήχθη ημερίδα της Ένωσης Προστασίας Καταναλωτών Έβρου με αντικείμενο «Τράπεζες & Καταναλωτές». Το Δ.Σ. μου ανέθεσε να παρουσιάσω το θέμα «Καταχρηστικοί όροι & συμπεριφορές Τραπεζών». Επειδή είχα κάποιες αμφιβολίες για την αντιμετώπιση της προσέγγισής μου από το ακροατήριο, στο οποίο θα περιλαμβάνονταν σε μεγάλη αναλογία κυβερνητικοί αξιωματούχοι και επιχειρηματίες,  κάλεσα φίλους και συναδέλφους μου για ηθική συμπαράσταση. Τους ευχαριστώ θερμότατα που προσήλθαν. Ιδιαίτερα ευχαριστώ τον Ανέστη που επιμελήθηκε την προβολή της  παρουσίασης διαφανειών και το συγχρονισμό της με την ομιλία μου.

Κυρίες & Κύριοι,
Αγαπητοί Φίλοι & Φίλες,
Είναι χρήσιμο να θυμόμαστε και να μη ξεχνάμε ότι η κυρίαρχη βιοτική σχέση που καθορίζει τη θέση μας στην κοινωνία, επομένως και τη δυνατότητά μας προς κατανάλωση, είναι η θέση μας στην παραγωγή, στην οικονομία, με άλλα λόγια πώς κερδίζουμε τα προς το ζην.

Σε μια κοινωνία που η εμπορευματική παραγωγή έχει φτάσει στο απόγειό της, όχι μόνο θεοποιώντας την αγορά αλλά θεωρώντας την ως αξεπέραστη ιστορική αναγκαιότητα, τι άλλο μπορεί να σημαίνει το ρήμα «καταναλώνω» εκτός από το «πληρώνω»; Μήπως τελικά αποδεχτήκαμε την εφεύρεση ενός ακόμη ορισμού για τη συγκάλυψη της πραγματικής αιτίας της φτώχιας; Μήπως οι ιθύνοντες ονομάζουν κατανάλωση ακριβώς την αδυναμία μας να καταναλώσουμε;
Η παγκόσμια παραγωγή έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Ας μη ξεχνάμε ότι τα παραγόμενα τρόφιμα σύμφωνα με τον ΟΗΕ επαρκούν για να τραφούν 12-15 δις άνθρωποι αλλά το μεγαλύτερο τμήμα τους μετατρέπεται σε βιοκαύσιμα και ο κόσμος πεινάει. Παρά τον τεράστιο όγκο της παραγωγής, δεν έχει λυθεί η αντίφαση της κάρπωσής της: Ποιος παράγει και ποιος ιδιοποιείται. Μιλάμε για την καταναλωτική κοινωνία αλλά στην πραγματικότητα τι καταναλώνουμε; Άραγε, δεν έχουμε φτάσει πια να καταναλώνουμε σχεδόν αποκλειστικά τραπεζικά (μ’ αυτό το όνομα εξωραΐζουν τώρα τα δάνεια) προϊόντα; Δεν έχουμε φτάσει να θεωρούμε ως αυτονόητο το δανεισμό στη ζωή μας; Τώρα πια, όχι μόνο δανειζόμαστε για ν’ αγοράσουμε σπίτι ή αυτοκίνητο αλλά δανειζόμαστε και για τα χρειώδη. Οι πιστωτικές στα σούπερ μάρκετ πάνε κι έρχονται.
Ψηφίστε με, έλεγε ο Obama, είμαι κι εγώ ένας σας κι εσάς. Πήρα δάνεια για να σπουδάσω. Το τραγικό αυτονόητο των ΗΠΑ έχει υποσκάψει και τη δική μας συνείδηση. Αν αυτό είναι το αμερικάνικο όνειρο, τότε ποιος είναι ο εφιάλτης; Ήταν αδιανόητο πριν από 20 χρόνια το «φοιτητοδάνειο». Σήμερα για να σπουδάσει ο φοιτητής, ακόμη και της μέσης, εισοδηματικά, οικογένειας είτε θα πρέπει να εργάζεται, έστω και σποραδικά, είτε να υποθηκεύσει το μέλλον του με τα φοιτητικά δάνεια. Πώς, άραγε θα εξοικονομήσει η οικογένεια του φοιτητή 600 έως 1000 Ευρώ μηνιαίως για να σπουδάσει το παιδί της; Πώς θα εξοικονομήσει το ίδιο ποσό για τα φροντιστήρια του Λυκείου; Κι αν τα παιδιά είναι δύο ή τρία; Να πώς οδηγείται η εργαζόμενη οικογένεια στο δανεισμό. Το δυστύχημα δεν είναι μόνο ο δανεισμός καθ’ αυτός αλλά η κουλτούρα του δανεισμού, το γεγονός πως μας έχουν πείσει ότι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο είναι να χρωστάμε μια ζωή, να χρωστάμε τη ζωή μας απ’ την αρχή της ζωής μας.
Φυσικά και θα χρωστάμε, όταν ο μισθός και τα εισοδήματα εν γένει δεν επαρκούν. Αντί οι εργαζόμενοι να διεκδικήσουν το αυτονόητο, τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματά τους, δηλ. δωρεάν 1η κατοικία, δωρεάν Παιδεία & σπουδές, δωρεάν Υγεία, έμαθαν να συμπληρώνουν τις τρύπες τους με δανεικά και να καταστέλλουν μ’ αυτό τον τρόπο τον πόθο τους για μια καλύτερη ζωή. Ο λόγος, ο μοναδικός λόγος, που ο εργαζόμενος αναγκάζεται να δανειστεί είναι η φτώχια του, επειδή, ακριβώς, ο καρπός που παράγει ιδιοποιείται από το αφεντικό του, το οποίο του επιστρέφει μόνο ψίχουλα, που μετά βίας αρκούν για την απλή καθημερινή συντήρηση. Ο εργαζόμενος, λοιπόν, είτε είναι μισθωτός είτε μικροπαραγωγός αγρότης είτε αυταπασχολούμενος, καλείται μ’ αυτά τα ψίχουλα να καταναλώσει. Από κει ακριβώς προκύπτει και η ανάγκη του δανεισμού. Δεν είναι ανάγκη κοινωνική, ακριβώς το αντίθετο, είναι αντικοινωνική.
Όχι μόνο μια φορά αντικοινωνική αλλά και δυο και τρεις, διότι η πρωταρχική φτώχια μετατρέπεται και αυτή σε εμπόρευμα που πουλιέται, τοκίζεται κι ανατοκίζεται. Πρόκειται, πραγματικά, για μια ιδιαίτερα ευφυή σύλληψη των λεγόμενων δυνάμεων της αγοράς να εμπορευματοποιήσουν τη φτώχια και να κάνουν το φτωχό φτωχότερο, ευφυή διότι κατάφεραν να κατευνάσουν τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, ευφυή διότι πέτυχαν να ενσταλάξουν στη συνείδηση των εργαζομένων την κουλτούρα του δανεισμού.
«Και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο». Αυτή ήταν η συνταγή που φαινομενικά πέτυχε το ακατόρθωτο. Έτσι διαδιδόταν, μέχρι που αυτή ακριβώς η θεμελιώδης αντίφαση της λειτουργίας της αγοράς έφτασε στις μέρες μας στο οριακό της σημείο: Η εργοδοσία δεν μπορεί να δώσει πάνω από τα ψίχουλα διότι θα αναιρούσε τον εαυτό της, κάποιες τράπεζες δεν δίνουν χρήματα διότι δεν διασφαλίζονται πως θα τα πάρουν πίσω κι άλλες διότι τους σώθηκαν, κι οι εργαζόμενοι που θα μπορούσαν να καταναλώσουν, σώθηκαν κι αυτοί.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον οι Ενώσεις Καταναλωτών έρχονται να προστατέψουν τα συμφέροντα των μελών τους, κατ’ ουσία των ίδιων των εργαζομένων που για την περίπτωση βαφτίστηκαν καταναλωτές προκειμένου να συγκαλυφθεί η πραγματική τους θέση στην οικονομία, εννοώ τον πάτο. Αυτού του είδους η προστασία μοιάζει με τις συνθήκες βασανισμού. Απ’ τη μια μεριά ο έγκλειστος που υποφέρει από το βασανιστή του κι απ’ την άλλη οι κυρίες του φιλανθρωπικού συλλόγου που του περιποιούνται τις πληγές. Ούτε λόγος να σταματήσει το μαστίγωμα. Ούτε λόγος για ν’ απελευθερωθεί ο έγκλειστος. Δυστυχώς, σήμερα, οι Ενώσεις Καταναλωτών έχουν καταστεί παραρτήματα του Υπουργείου Ανάπτυξης, εξαρτώμενες οικονομικά απ’ αυτό. Η γενική πολιτική κατεύθυνση των κυβερνήσεων έναντι των προμηθευτών γενικά και των τραπεζών ειδικότερα ήταν και είναι μία: Στηρίζετε και μη εγγίζετε. Αυτός είναι και ο λόγος ίδρυσης της Γ.Γ. Καταναλωτή, δηλαδή η συγκάλυψη του οικονομικού ρόλου αυτών που ιδιοποιούνται τον κοινωνικά παραγόμενο πλούτο, αποκαλούμενοι με τον άχρωμο και γλυκανάλατο όρο «προμηθευτές». Λόγια του αέρα θα πει κανείς. Παρωχημένα ιδεολογήματα άλλος. Κι όμως, φίλες και φίλοι, το ίδιο το φυλλάδιο της Γ.Γ. Καταναλωτή για τις τράπεζες έχει ως σλόγκαν «Μπες ενημερωμένος, βγες κερδισμένος» ένα σλόγκαν που συγκαλύπτει τη σκληρή πραγματικότητα, καθώς εκτυλίσσεται η παγκόσμια οικονομική κρίση, για την οποία βεβαίως οι εργαζόμενοι δεν φέρουν κανενός είδους ευθύνη. Συγκαλύπτει τον ληστρικό ρόλο των τραπεζών, ρόλος που είναι αδύνατο να μεταβληθεί στο τρέχον ανώτατο στάδιο της εμπορευματικής οικονομίας. Μόνο ένα σλόγκαν θα ήταν δυνατό να αντικατοπτρίσει την πραγματικότητα σε σχέση με τις τράπεζες και νομίζω ότι όλοι εκτός από τους τραπεζίτες θα συμφωνήσουν: «Όπως και να μπεις, χαμένος θα βγεις». Κερδισμένος είναι μόνο η τράπεζα. Αναλογιστείτε, σας παρακαλώ πολύ, τι δάνειο πήρατε και ποιο τελικό ποσό πληρώσατε. Αναλογιστείτε αν είχατε ποτέ τη δυνατότητα να διαπραγματευτείτε με την τράπεζα έστω και έναν όρο. Ας μιλήσουμε για τον πιο απλό όρο μιας τραπεζικής σύμβασης, την παραίτηση από την ένσταση δίζησης. Η ένσταση δίζησης δίνει το δικαίωμα στον εγγυητή να απαιτήσει από την τράπεζα να στραφεί πρώτα εναντίον του πρωτοφειλέτη και κατόπιν εναντίον του ίδιου. Κανενός είδους ζημία δεν υφίσταται η τράπεζα από την άσκηση της δίζησης, εκτός από τη χρονική καθυστέρηση, κατά την οποία συνεχίζουν να τρέχουν οι τόκοι. Κι όμως ακόμη κι αυτή την απλή και ανούσια ένσταση δεν την διαπραγματεύεται. Τι θα πει, λοιπόν, να μπω ενημερωμένος; Και τι θα γίνει αν μπω ενημερωμένος; Θα γλιτώσω το γδάρσιμο; Ο λαός αποτυπώνει πολύ σοφά την πραγματικότητα αυτή λέγοντας: «Όποιος έχει μαχαίρι κόβει και πεπόνι» (ή ό,τι άλλο τέλος πάντων θέλετε). Αυτό συμβαίνει και με τις τράπεζες. Όταν ο εργαζόμενος έχει ανάγκη το χρήμα για να επιβιώσει, θα υποκύψει σε οποιουσδήποτε όρους.
Στα πλαίσια της δύναμης, δυναμικής και δυνατότητάς τους οι τράπεζες, αυτές οι μαύρες τρύπες της οικονομίας της αγοράς, καταδεικνύουν την πλεονεξία τους με όρους και συμπεριφορές αρπακτικού περισσότερο από κάθε άλλη επιχειρηματική δράση, βαλτώνοντας ακόμη και τις άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Είναι δυνατόν να πάψουν να είναι αρπακτικά; Είναι δυνατό το κοράκι να γίνει περιστέρι; Το πολύ – πολύ να γευματίσει με πτώματα.
Καθώς η ληστρική λειτουργία των τραπεζών έχει γίνει αντιληπτή από το σύνολο της κοινωνίας, δηλαδή όχι μόνο από τους εργαζόμενους αλλά και από το σύνολο των επιχειρηματιών, πλην τραπεζών, το Κράτος αναγκάστηκε να την εξωραΐσει, χαρακτηρίζοντας ορισμένες ακραίες συμπεριφορές ως καταχρηστικές. Στο Αστικό Δίκαιο η έννοια της «κατάχρησης δικαιώματος» σκόπιμα παρέμεινε αόριστη για να υπάρχει η δυνατότητα να προσαρμόζεται στις κοινωνικές συνθήκες αλλά τα Δικαστήρια στάθηκαν πολύ φειδωλά στην ερμηνεία και την εφαρμογή της. Για πρώτη φορά στα ελληνικά νομικά χρονικά, και ουσιαστικά παρά τον αντιεπιστημονικό χαρακτήρα της ονομαστικής απαρίθμησης, χαρακτηρίστηκαν ρητά ως καταχρηστικές συγκεκριμένες συμπεριφορές, ακριβώς διότι το Κράτος δεν είχε κανενός είδους βεβαιότητα πως τα όργανά του, δηλαδή οι έλληνες δικαστές, θα εξέδιδαν αποφάσεις με τις οποίες θα καταδικαζόταν η αντικοινωνική συμπεριφορά των τραπεζών, περιχαρακώνοντας ταυτόχρονα, λόγω της ενδεικτικής απαρίθμησης, και το πλαίσιο στο οποίο έχει τη δυνατότητα να κινηθεί ο δικαστής. «Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια», δηλαδή.
Έτσι, σύμφωνα με το νόμο ως καταχρηστικοί ορίζονται οι ακόλουθοι όροι και συμπεριφορές που:
•    Επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης
•    Επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία
•    Αφήνουν το τίμημα αόριστο χωρίς σπουδαίο λόγο
•    Επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή
Σ’ αυτό τον όρο θα σταθώ λίγο. Είναι πραγματικά αστείο να θεωρούμε ότι είναι ισότιμη η καταγγελία της σύμβασης μεταξύ τράπεζας και οφειλέτη. Αν η τράπεζα καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, ο οφειλέτης είναι υποχρεωμένος να πληρώσει το μη ληξιπρόθεσμο ποσό του δανείου. Απ’ την άλλη τώρα, αν ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει την αντίστοιχη δυνατότητα και καταγγείλει τη σύμβαση είναι και πάλι υποχρεωμένος να πληρώσει το μη ληξιπρόθεσμο ποσό του δανείου. Δηλαδή, «θα βάλει τα χεράκια του, να βγάλει τα ματάκια του». Κι η ύπαρξη αυτής της δυνατότητας θεωρείται από το νόμο ως ισότητα.
Άλλοι όροι που χαρακτηρίζονται ως καταχρηστικοί είναι αυτοί που:
•    Αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή
•    Επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις
•    Αναστρέφουν το βάρος απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα
Διαβάστε τώρα τις συμβάσεις σας και θα δείτε ότι περιλαμβάνουν όλους τους ανωτέρω απαγορευμένους όρους, παρά την ισχύ του νόμου για πάνω από 15 χρόνια
Επίσης έχουν εκδοθεί σημαντικές δικαστικές αποφάσεις που κρίνουν ως καταχρηστικούς όρους και συμπεριφορές που προβλέπουν:
•    Τη δυνατότητα της τράπεζας να αυξάνει μονομερώς το επιτόκιο
•    Τη μη αντίδραση του καταναλωτή ως επικύρωση του λογαριασμού που έλαβε
•    Τη μονομερή τροποποίηση των όρων της σύμβασης
•    Την είσπραξη εξόδων χρηματοδότησης και φακέλου
•    Πρόστιμο σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης δανείου
•    Τη δυνατότητα μονομερούς αναπροσαρμογής του επιτοκίου χωρίς εύλογη αιτία
•    Τη δυνατότητα καταγγελίας σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης
•    Την επιβολή προμήθειας για κατάθεση στο λογαριασμό τρίτου
•    Την επιβολή εξόδων κίνησης σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου ή τρεχούμενους
•    Την επιβολή εξόδων αδράνειας για μη κίνηση άνω των 18 μηνών
•    Την επιβολή επιβάρυνσης για χορήγηση βεβαίωσης οφειλών
Ποια είναι η πρακτική των τραπεζών απέναντι σε καταδικαστικές αποφάσεις; Απλώς πληρώνουν το πρόστιμο, μεταβάλλουν τη σύμβαση ως προς τον συγκεκριμένο και μόνο οφειλέτη που προσφεύγει στο Δικαστήριο και συνεχίζουν να διατηρούν τους καταχρηστικούς όρους στις άλλες συμβάσεις. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο τύπος των συμβάσεων που επιβάλλουν οι τράπεζες στους πελάτες τους ονομάζονται συμβάσεις προσχώρησης, αφού ο οφειλέτης το μόνο που δικαιούται είναι να τις αποδεχτεί ή να τις απορρίψει στο σύνολό τους. Κι όμως, παρά τη γενικότητα των όρων συναλλαγών μιας σύμβασης προσχώρησης, όσο κι αν ψάξουμε δεν θα βρούμε προσβάσιμους στο πλατύ κοινό τους όρους της, ώστε να έχει τη δυνατότητα ο οφειλέτης να τους μελετήσει με την ησυχία του, στο σπίτι του βρε αδερφέ, να απευθυνθεί σε νομικό παραστάτη για να λύσει τις απορίες του, να διαπιστώσει ποιοι είναι παράνομοι και καταχρηστικοί και να απαιτήσει την διαγραφή τους. Απευθυνόμενοι στα τοπικά υποκαταστήματα τραπεζών συναντήσαμε μια απροθυμία χορήγησης Γενικών Όρων Συναλλαγών, πλην της πιστωτικής κάρτας που περιλαμβάνονται στα αντίστοιχα διαφημιστικά φυλλάδια. Να λοιπόν ποια είναι καθαυτή η καταχρηστική συμπεριφορά των τραπεζών, ότι φροντίζουν σκοπίμως να κρατούν στο σκοτάδι τους πελάτες τους, παρουσιάζοντας το πιο ουσιαστικό σκέλος της διαπραγμάτευσης, την κατάρτιση της σύμβασης, ως τυπικό και ασήμαντο, χωρίς να δίνουν ποτέ αντίγραφο στον οφειλέτη και κρατώντας κρυφούς τους επαχθείς όρους. Αναρωτηθείτε πόσοι από σας έχετε αντίγραφα των δανειακών σας συμβάσεων και σε πόσους από σας έδωσαν ο τράπεζες χωρίς να το ζητήσετε. Μήπως έναντι αυτών των συμπεριφορών, δεν θα μπορούσε να παρέμβει το κράτος; Γιατί να μη καταστεί υποχρεωτική η χορήγηση αντιγράφου με ποινική ρήτρα υπέρ του οφειλέτη; Γιατί να μη καταστεί υποχρεωτική η διαρκής ενημέρωση του οφειλέτη για το εκάστοτε τρέχον επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού της δόσης; Πραγματοποιείται κάποιου είδους έλεγχος στους μετέπειτα ΓΟΣ αν είναι σύμφωνοι με το νόμο ή τις καταδικαστικές αποφάσεις; Σας πληροφορώ κανένας. Το σύστημα στηρίζεται στην εκ νέου καταγγελία του οφειλέτη. Ποιος όμως οφειλέτης έχει τη διάθεση και την οικονομική άνεση να τα βάλει με την τράπεζα; Ακόμη και αν
η τράπεζα καταδικαστεί για δεύτερη φορά, τη συμφέρει να πληρώσει ένα πρόστιμο μερικών χιλιάδων Ευρώ, που είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στα εκατοντάδες εκατομμύρια που κερδίζει κατ’ έτος. Απ’ την άλλη οι Ενώσεις Καταναλωτών έχουν πλήρη οικονομική αδυναμία να χρηματοδοτήσουν τέτοιους δικαστικούς αγώνες. Άραγε το Κράτος δεν έχει υπόψη του αυτά τα προβλήματα;
Μα ας είμαστε σοβαροί. Ζητούμε από την Κυβέρνηση να γίνει κακιά με τις τράπεζες, όταν αυτή η ίδια σε αγαστή σύμπνοια με την Αξιωματική Αντιπολίτευση, τις χρηματοδοτεί με 28 δις, δηλαδή με παραπάνω από το 1/3 του κρατικού προϋπολογισμού. Γιατί τόσα χρόνια δεν ήταν δυνατό να βρεθεί ένα τέτοιο ποσό για πάρουν αυξήσεις οι εργαζόμενοι και για τις τράπεζες βρέθηκε εν μια νυκτί;

15/12/2008 - Posted by | Πολιτική, βεβαίως!

4 σχόλια »

  1. Ανδρέα,
    Πολύ σωστά τα αναλύεις και χωρίς μασημένα λόγια.
    Εμένα ο όρος «καταναλωτής» με ενοχλεί αφάνταστα. Σε όποιον μου απευθύνει αυτό το χαρακτηρισμό απαντώ «καταναλωτής είσαι και φαίνεσαι». Και αυτό όχι γιατί αρνούμαι πως είμαι καταναλωτής την ώρα που καταναλώνω, ακριβώς με την έννοια που είμαι «οδοντοβουρτσιστής» ή «παπουτσογυαλιστής» ή ο,τιδήποτε άλλο την ώρα που ασκώ την αντίστοιχη δραστηριότητα, αλλά γιατί αυτό το ιδεολόγημα έχει αναχθεί σε πανανθρώπινη ιδιότητα που συσκοτίζει την ουσία της υπόστασής μας και θέλει να μας κάνει αλληλέγγυους με τους υπαίτιους της κατάστασής μας, κάτι σαν αγαπημένα προβατάκια που όλοι πίνουμε δήθεν από την ίδια ποτίστρα, ξεχνώντας ότι άλλοι πίνουν σαμπάνια και άλλοι βρώμικο νερό.
    Τώρα επί του πρακτέου η συζήτηση καλά κρατεί εδώ και κάτι αιώνες αλλά σε άμεση σχέση με το θέμα των τραπεζών, που είναι το αντικείμενο της ομιλίας, όσο κρατάει αυτή η οργάνωση της κοινωνίας, η σκληρή λύση, και πολύ πιο εύκολη από όσο φαίνεται αρχικά, είναι: όχι στα δάνεια, ακόμα και αν παρουσιάζονται σαν χάρισμα. Τα βαμπίρ δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς συνεχή απορρόφηση αίματος-τόκων. Η ασιτία τους θα μας απαλλάξει από αυτά, και γρηγορότερα από όσο φανταζόμαστε γιατί αυτό το σύστημα, χωρίς τη συνεργασία των θυμάτων του, είναι άκρως ασταθές και ευάλωτο. Φτάνει να πειστεί ο καθένας πόσες δαπάνες μπορούν να περικοπούν ή να περιοριστούν χωρίς να στερηθεί τίποτα ουσιαστικό. Και αυτό προϋποθέτει επανεξέταση προτεραιοτήτων. Χρειάζεται λοιπόν οι σημερινοί κατ’ όνομα καταναλωτές να γίνουν συνειδητά αυτό που είναι στην ουσία: μη καταναλωτές.
    Μπάμπης

    Σχόλιο από Χαραλ. Θεοδόσης | 16/12/2008 | Απάντηση

  2. Καλημέρα κε Αντύπα, χθες το βράδυ ήμουν κι εγώ εκεί, συνεπής στο ραντεβού σε σχέση με κάποιους συντρόφους της διανόησης και της επανάστασης της παντόφλας και του καναπέως , που δεν πρόκαναν να παραστούν στην εκδήλωση που ήταν το κατεξοχήν βήμα έκφρασης της διαφωνίας των πληττόμενων πολιτών (καταναλωτών) και άφησαν την αστική τάξη και τους συμπαθείς βιομηχάνους να τους εκπροσωπήσουν επαξίως…και να υπερασπιστούν τα ζητήματα «τιμής» της εργατιάς.(Κι αυτό το φαινόμενο είναι σύγχρονο κι έχει σχέση με την σύγχυση των κοινωνικών ρόλων που προκαλεί το περίφημο «βόλεμα των χορτασθησάντων») Ευτυχώς που η πλειονότητα των «δικών» μας αστών, εις το βάθος-βάθος προέρχεται από τις συμπαθείς τάξεις των αγροτοκτηνοτρόφων, οπότε δεν κινδυνεύουμε από τους «συμπαραστάτες μας» τουλάχιστον αμέσως, επειδή η μνήμη του DNA των βουκόλων και μη, είναι ισχυρότατη. Είμαι σίγουρος ότι οι κοινωνικές συνθήκες είναι κατάλληλες να πάψουμε να συνθηκολογούμε και να υποχωρούμε συνειδησιακά κυρίως…διαρκώς και χωρίς δεύτερη σκέψη. Κε Αντύπα, το γεγονός ότι δεν ήρθε και ο πολίτης της διπλανής πόρτας δεν είναι πρωτοφανές, όπως εσύ πολύ καλά γνωρίζεις. Το ίδιο ξυμβαίνει και στους συλλόγους γονέων -που τυχαίνει να δραστηριοποιούμαστε συναμφότεροι- επίσης στα σωματεία στους χώρους δουλειάς (εκεί το καταλαβαίνω σ΄ένα βαθμό, επειδή επικρέμεται η σπάθη του εργοδότη), στην πολυκατοικία, στη γειτονιά. Υπάρχει καχυποψία και απροθυμία, επειδή λείπει η πίστη της νίκης στο παρόν, μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο της ιδεολογίας της κατανάλωσης (και ανάλωσης) στο σήμερα. «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώ.. μας»-εδώ και τώρα, για μας· μόνο για μας· αυστηρώς για μας!!! Από την άλλη, ίσως διακαιολογημένα συνυπάρχει αυτή η συμπεριφορά, διότι ο λαός βλέπει συνεχώς τα ίδια πρόσωπα να περιφέρονται από εκδήλωση σε εκδήλωση και από μνημόσυνο σε βάφτιση, μέχρι και στις πολιτικές ομιλίες ή παρουσιάσεις βιβλίων… Οπότε θεωρεί ότι οι περιφερόμενοι και τελικώς ενασχολούμενοι με τα «κοινά ζητήματα» έχουν προσωπικό συμφέρον και άρα » ας το αφήσουμε καλύτερα «… εμείς θα τρέξουμε να αλλάξουμε τον κόσμο για λογαριασμό τους; Την απάντηση σε αυτή τη στάση των πληγωμένων και με μικρή αγοραστική δύναμη-εισόδημα συμπολιτών μας, τη γνωρίζουν όλοι οι σκεπτόμενοι* άνθρωποι. Αν λοιπόν επιθυμούμε να λεγόμαστε κι εμείς έτσι, ας συμμετέχουμε κι ας μετέχουμε πρώτοι χάνοντας τη βόλεψή μας. KANENAΣ ΔΕΝ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ Και αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, διότι τον αντιλαμβανόμαστε ως θνητοί και αναλώσιμοι (έχουμε κάνει αυτή την παραδοχή της μιζέριας), ή διότι τον βλέπουμε σε σχέση με τη «μικρή μας ζωούλα» που λέει και ο Σαίξπηρ, μπορούμε σίγουρα να αλλάξουμε το μικρόκοσμό μας, συμπαραστεκόμενοι στον διπλανό μας και αντιτιθέμενοι με συγκροτημένο λόγο και πράξη σε κάθε τι ψεύτικο που μας αδικεί ως πολιτικά όντα και ως ανθρώπους (αν είμαστε ακόμη). Ανέστης Σουσαμίδης Γρηγορείτε, υγιαίνετε και ευτυχείτε! *απαραίτητη πρϋπόθεση να μην είναι βολεμένοι και εξαρτημένοι από το κράτος

    Σχόλιο από Σουσαμίδης Ανέστης | 16/12/2008 | Απάντηση

  3. «…η συζήτηση καλά κρατεί εδώ και κάτι αιώνες…»
    σας εννοήσαμε κε Μπάμπη…επί του πρακτέου• ήσασταν εκεί;

    Σχόλιο από Σουσαμίδης Ανέστης | 16/12/2008 | Απάντηση

  4. Ανδρέα, θερμά συγχαρητήρια.
    Δυστυχώς δεν τα κατάφερα να έλθω.
    Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα κίνημα διαμαρτυρίας, απέναντι σ’ αυτή την «φασιστοειδή» πολιτική των τραπεζών, που απομυζούν το μόχθο όλων των εργαζομένων, απλών ανθρώπων της καθημερινής βιοπάλης. Θεωρώ ό τι ένα κίνημα διαμαρτυρίας, αρχικά σε τοπικό επίπεδο, μέσα απο κάποια πρωτοβουλία και συγκρότηση υπογραφών, είναι αναγκαίο, για ν’ ακουσθεί η φωνή των απλών, σκεπτόμενων πολιτών, που διεκδικούμε ένα καλύτερο μέλλον. Έχω κάποιες σκέψεις, ίσως τα πούμε και μέσα στις γιορτές. Να παύσουν οι «τράπεζες» την εκμετάλλευση του ανθρώπινου μόχθου.
    Ετοιμάζω για έκδοση σε λίγους μήνες το βιβλίο μου «τομές και προεκτάσεις στην πεζογραφία του μεσοπολέμου», εκεί υπάρχει ένα μικρό κεφάλαιο για την κρίση του 1929.
    Η Ιστορία επαναλαμβάνεται, δυστυχώς το τίμημα πληρώνουν οι «ανυπεράσπιστοι» σύμφωνα και με τη ρήση του συγγραφέα.

    Σχόλιο από Κυριάκος Π. | 16/12/2008 | Απάντηση


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: